Το Σαλόνι
Μια ιστορία στον καιρό της préciosité
Η εξαιρετική μόρφωση που έλαβε η Μαντεμουαζέλ ντε Ρεμπούρ την έστρεψε, όπως ήταν φυσικό, στο να θαυμάζει όλους εκείνους τους πολύτιμους ανθρώπους που απαρτίζαν τις λογοτεχνικές συντροφιές, σύχναζαν στα σαλόνια, ντύνονταν σαν εξωτικά πτηνά και μιλούσαν τόσο όμορφα και διαφορετικά μεταξύ τους… Και στο επίκεντρο κάθε τέτοιας ομήγυρεως δέσποζαν πάντα γυναίκες! Φυσικά, το αγαπημένο ανάγνωσμα της Μαντεμουαζέλ ντε Ρεμπούρ ήταν η Αστρέ(1), όσους τόμους της τουλάχιστον μπόρεσε να βρει. Σε αντίθεση με τις άλλες εγγράμματες νεαρές της τάξης της, δεν ονειρευόταν τους ειδυλλιακούς και όλο ανατροπές έρωτες των ηρωίδων, αλλά τις αληθινές γυναίκες που τις είχανε εμπνεύσει με την ομορφιά, την καλλιέργεια και τη δράση τους στα κοσμικοφιλολογικά σαλόνια. Ονειρευόταν λοιπόν να γίνει κι αυτή μια ηρωίδα ενός τέτοιου μυθιστορήματος, από αυτά που έγραφαν οι θαμώνες των σαλονιών χρησιμοποιώντας αλλήλους ως ήρωες, αλλάζοντας τα ονόματά τους με ψευδοελληνικά και μετατρέποντας τις μικρές τους περιπέτειες των σαλονιών σε αλληγορικά επεισόδια.
Η αλήθεια είναι ότι από καιρό σκάρωνε κι αυτή στιχάκια κι επιγράμματα, ενώ μερικές φορές προσπαθούσε να γράψει δικές της εκδοχές των επεισοδίων της Αστρέ όπου δεν της άρεζαν οι επιλογές του Ονορέ ντ’ Υρφέ. Έτσι, μεγάλωνε με το όνειρο να λανσαριστεί κι αυτή στα σαλόνια της préciosité, να λάμψει, ν’ αποκτήσει θαυμαστές που θα έγραφαν γι’ αυτήν ποιήματα, ν’ απαγγέλλει τους στίχους της ανάμεσα στους μεγάλους συγγραφείς, ν’ αποτελέσει το πρότυπο μιας ηρωίδας μυθιστορήματος, και, ω υπέρτατο όνειρο, ν’ ανοίξει –όταν θα βρισκόταν πλέον σε κατάλληλη ηλικία ώστε να έχει την απαραίτητη πείρα και τις γνωριμίες- ένα δικό της σαλόνι!
Το όνειρο της δεσποινίδος ντε Ρεμπούρ άρχισε να πραγματοποιείται όταν, στα δέκατα όγδοά της γενέθλια, η θεία της Μαντάμ ντε Καντίντ, θαμών –όσο της επέτρεπε η επισφαλής της υγεία- του Οτέλ ντε Ραμπουγιέ (2), αποφάσισε, βλέποντας τη φιλομάθεια και τα χαρίσματα της ανιψιάς της, να την παρουσιάσει στο φημισμένο σαλόνι. Η χάρη και η ευφυία της, σε συνδυασμό με μία θελκτική συστολή, της εξασφάλισαν μία δεύτερη πρόσκληση. Έτσι, η δεσποινίς ντε Ρεμπούρ ήταν πλέον ευπρόσδεκτη στο καλύτερο σαλόνι της préciosité, τη συνοδεία της συγγενούς της, ενώ λίγο αργότερα, παίζοντας η ομήγυρις το «παιχνίδι της κλεμμένης καρδιάς», αποδείχτηκε πως ήταν η «κλέφτρα»! Τώρα, μπορούσε να ελπίζει και στη συγγραφή ενός σονέτου για τα μάτια της! Το σονέτο αργούσε να γραφεί, είτε λόγω της δειλίας του «θύματος» της «κλοπής», είτε λόγω παντελούς έλλειψης στιχοπλοκικού ταλάντου από την πλευρά του. Σε αντιστάθμισμα όμως αυτής της απογοήτευσης, ένα βράδυ ο Λα Ροσφουκώ, ο μέγας Λα Ροσφουκώ (3), ευρισκόμενος στη συντροφιά τους, όταν του την παρουσίασαν, είπε:
«Μα ποιο είναι αυτό το σαν σμιλεμένο σε πορσελάνι προσωπάκι;»
Θα ήθελε να τον φιλήσει από τη χαρά της! Στο εξής, δεν θα ήταν απλώς η Μαντεμουαζέλ ντε Ρεμπούρ, αλλά το «σαν σμιλεμένο σε πορσελάνη προσωπάκι»∙ είχε ήδη αποκτήσει το ψευδώνυμό της στους κύκλους της préciosité! Ήταν λοιπόν ζήτημα χρόνου να απαγγείλει και σ’ αυτόν τους στίχους της! Ήδη δούλευε τη συμμετοχή της στο λογοτεχνικό θέμα του Μαίου «Νύμφες της Αρκαδίας», γεγονός που την έκανε να ξενυχτά μέσα σε μία υπέροχη ανάταση. Πού ακριβώς βρισκόταν αυτή η Αρκαδία αδυνατούσε να εντοπίσει∙ ήξερε βέβαια αμυδρά ότι τοποθετούνταν κάπου κοντά στο αρχαίο βασίλειο της Σπάρτης, αλλά συγχρόνως την ανακάλυπτε στα πιο απρόσμενα μέρη: σε βιβλία, σε πίνακες, σε όπερες, όπου κάθε φορά ισοδυναμούσε με τη Γη της Επαγγελίας… Κατέληξε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι η Αρκαδία βρίσκεται εκεί όπου τη θέλει ο κάθε δημιουργός, κι έμαθε έτσι ένα από τα θεμελιώδη αξιώματα της τέχνης: το διαχωρισμό της ρεαλιστικής αλήθειας από τη φαντασιακή. Όσο για τη δικιά της Γη της Επαγγελίας, ήταν το σαλόνι και τίποτε άλλο.
Στο σονέτο της, μία νύμφη θαύμαζε την ανατολή του ηλίου στην Αρκαδία και αναλογιζόταν πάνω στις χαρές της ζωής. Οι άρρενες της ομηγύρεως χειροκρότησαν πολύ θερμά και οι κυρίες εξετίμησαν τη σεμνότητα της κόρης που δεν προέβαλλε τον εαυτό της στο λογοτεχνικό πρόσωπο το οποίο κατασκεύασε, ενώ κανείς δεν σχολίασε ορισμένες αδεξιότητες της ομοιοκαταληξίας.
Στο κάτω κάτω, ένας νεαρός καλλιτέχνης πρέπει πάντα να ενθαρρύνεται, και ως εκ τούτου έχει δικαίωμα σε μερικά λάθη. Άλλωστε, μέσα στο εκλεπτυσμένο περιβάλλον του σαλονιού, με τη συναναστροφή τόσων σπουδαίων τεχνιτών του λόγου, το τάλαντο της δεσποινίδος ντε Ρεμπούρ σίγουρα θα εξελισσόταν. (…)
1. Πολύτομο μυθιστόρημα του Ονορέ ντ’ Υρφέ, που βγαίνει από το 1607 έως το 1619, ενώ το 1632-33 γίνεται η πλήρης έκδοση.
2. Το γνωστότερο και μακροβιότερο σαλόνι της préciosité (περίπου 1625-1655).
3. La Rochefoucauld (1613-1680): ευγενής, στρατιωτικός και διανοούμενος, θαμών των περισσότερων σαλονιών της préciosité. Μείζον έργο του τα Maximes.
Άρια ντα κάπο, Εκδόσεις της Εστίας, 2003