Al desio di chi t’ adora
Μια τελευταία ιστορία
Το 1789, χρονιά της Γαλλικής Επανάστασης, ο Μότσαρτ ανέβασε για δεύτερη φορά τους Γάμους του Φίγκαρο στη Βιέννη. Είχε προηγηθεί η επεισοδιακή πρεμιέρα του 1786, με πρωταγωνίστρια της Αγγλίδα υψίφωνο Νάνσυ Στόρας στο ρόλο της Σουζάνα (για την οποία ο συνθέτης έτρεφε ένα πάθος ανομολόγητο –από τον ίδιο- αλλά ευδιάκριτο από όλους τους χρονικογράφους της εποχής).
Αυτό το ήξερε μόνον ο συλλέκτης, που διάβαζε τις περιλήψεις και τα σχόλια των σιντί, ενώ η μαθητευόμενη υψίφωνος το αγνοούσε, διότι δουλειά της ήτανε να μελετάει τις άριες, όχι να γνωρίζει την ιστορία τους.
Για την Στόρας-Σουζάνα λοιπόν, ο Μότσαρτ είχε γράψει δύο άριες, το «Venite, inginocchiatevi» στη δεύτερη πράξη και το «Deh vieni, non tardar» στην τέταρτη. Η πρώτη άρια, καθώς η Σουζάνα μεταμφιέζει τον Κερουμπίνο σε κορίτσι, είναι αρκετά συμπαθητική, δίχως βέβαια τεχνικές ή εκφραστικές δυσκολίες∙ φτάνει να είσαι μία χαριτωμένη σουμπρέτα και τα κατάφερες. Η μαθητευόμενη υψίφωνος πάντως τα κατάφερνε μια χαρά.
«Είσαι γεννημένη για σουμπρέτα!» αποφαινόταν ο συλλέκτης.
«Δηλαδή όχι αρκετά καλή για δραματικούς ρόλους!» θύμωνε εκείνη.
«Δηλαδή πολύ νέα. Δηλαδή αυτό είναι πλεονέκτημα, και δηλαδή πρέπει να το χαίρεσαι».
Όσο για τη δεύτερη άρια της Σουζάνα, «Deh vieni, non tardar», προκαλεί σχεδόν πλήξη, αν όχι θυμηδία: «Έλα, αγαπημένε, θέλω να σου στεφανώσω το μέτωπο με ρόδα!». Τη στιγμή που στη σκηνή γίνεται πανδαιμόνιο, οι παρεξηγήσεις συσσωρεύονται και το κοινό αδημονεί για τη λύση, η Σουζάνα να τα σταματάει όλα επί τεσσεράμισι λεπτά (μαζί με το ρετσιτατίβο) και να τραγουδάει: «Έλα, αγαπημένε, θέλω να σου στεφανώσω το μέτωπο με ρόδα!». Ο μόνος λόγος ύπαρξης μέσα στη σκηνική οικονομία του έργου, είναι να εξοργίσει τον Φίγκαρο που κρυφακούει. Εφόσον σ’ αυτή την όπερα όλοι, ακόμα και οι πιο έξυπνοι, περνούν κάποια στιγμή από τη θέση του εξαπατημένου, είναι η σειρά του Φίγκαρο να τη γευτεί, και ποιος καταλληλότερος για να τον βάλει σ’ αυτήν τη θέση, από το ταίρι του στην ίντριγκα, την αγαπημένη του Σουζάνα;
Αυτά εξηγούσε ο εστέτ συλλέκτης στη μαθητευόμενη υψίφωνο κάποτε, όταν τη βοηθούσε να διαλέξει άριες για το διαγωνισμό.
«Συμβαίνει όμως το εξής παράδοξο» έλεγε εκείνη. «Πώς γίνεται να είσαι πρωταγωνίστρια και να έχεις τις λιγότερο ελκυστικές άριες από όλους μέσα στην όπερα; Εφόσον οι ρόλοι γράφονταν τότε sur mesure (1) για τις δυνατότητες του κάθε ερμηνευτή, έχουμε κάθε λόγο να υποθέσουμε πως η ευνοούμενη του Μότσαρτ, αυτή η Στόρας, μάλλον δε θα πρέπει να ήτανε και τίποτα σπουδαίο».
«Σ’ αυτό συγκλίνουν οι γνώμες των κριτικών και των χρονικογράφων της εποχής» συμφωνούσε ο συλλέκτης «οι οποίοι την επαινούν για τη χάρη της, ενώ είναι πολύ διστακτικοί όσον αφορά τα φωνητικά της ανδραγαθήματα ή την καλλονή της».
Εδώ η μαθητευόμενη υψίφωνος θύμωνε, διότι νόμιζε πως ήθελε να πει κάτι για τη δική της καλλονή ή τα φωνητικά της ανδραγαθήματα ή και τα δύο μαζί.
Εκείνα τα χρόνια, όταν ακόμα σπούδαζαν στο εξωτερικό, μπορούσαν να κάνουν τρέλες.
Μία φορά που η Έλι Άμελινγκ θα δίδασκε σε ανοιχτό σεμινάριο στο Ρότερνταμ, οδήγησαν έξι ώρες μέσα σε χιονοθύελλα, για ν’ ανακαλύψουν μόλις έφτασαν ότι η ντίβα το είχε ακυρώσει λόγω ανωτέρας βίας. Η μαθητευόμενη υψίφωνος φυσικά θύμωσε.
«Κι εσύ έτσι θα φέρεσαι» της είπε γελώντας ο συλλέκτης, και για να παρηγορηθούν, πήγαν σ’ ένα καφέ και μέθυσαν.
Όταν μαθεύτηκε ο θάνατος της Αρλήν Ωζέ, έκλαψαν μαζί ακούγοντας το Ρέκβιεμ που είχε προλάβει να ηχογραφήσει για τα 200 χρόνια από το θάνατο του Μότσαρτ.
Και όταν βρήκαν εισιτήρια για τη Σουμπερτιάδα με την Τζέσυ Νόρμαν, το γιορτάσανε σαν αν ήταν γενέθλια…
Όλα αυτά μέχρι την ημέρα του διαγωνισμού.
Ο Μότσαρτ, ωστόσο, παρ’ όλη την τεχνική της ανεπάρκεια, είχε μεγάλη αδυναμία στην πρώτη του Σουζάνα Νάνσυ Στόρας, και την έκλαψε απαρηγόρητα όταν, ένα χρόνο μετά την πρεμιέρα, έφυγε για το Λονδίνο. Ούτε τα κλάματά του όμως, ούτε η υπέρογκη αμοιβή που της προσέφερε ο αυτοκράτορας Ιωσήφ ο Β! στάθηκαν ικανά να την κρατήσουν στη Βιέννη και στο θίασο του Bourgteater. Στο Λονδίνο όμως την πάτησε. Είχε μια πολυτάραχη σχέση μ’ έναν τενόρο που της φερόταν άθλια, δεν κατάφερε να κάνει το κοινό ν’ αγαπήσει τη μουσική του συνθέτη που την καθιέρωσε κι έτσι πέθανε αφού τα είχε χάσει όλα.
«Σε κάθε διαγωνισμό υπάρχει ένα επιβεβλημένο κομμάτι Μότσαρτ» εξηγούσε στον συλλέκτη, που δεν το γνώριζε, η μαθητευόμενη υψίφωνος με ειδίκευση στις σουμπρέτες. «Όμως δεν θα ήθελα να τραγουδήσω πάλι κάτι από τις αιώνιες Ντεσπίνες και Τσερλίνες».
«Τότε να πεις το «Al desio di chi t’ adora» τη συμβούλεψε εκείνος. «Είναι σπάνιο, αυτό που λέμε curiosité και θα κάνει καλή εντύπωση. Το έγραψε ο Μότσαρτ στη θέση του «Deh vieni» για το δεύτερο ανέβασμα. Πρόκειται για διαμάντι δεξιοτεχνίας κι εκφραστικότητας».
1. Κατά παραγγελία, στα μέτρα τους.
Άρια ντα κάπο, Εκδόσεις της Εστίας, 2003