Εκ Γενεύης ορμώμενοι
(Με αφορμή την προσπάθεια της Γενεύης για ανακήρυξη του 2012 ως έτους Ρουσώ)

«Οι εξομολογήσεις του μοναχικού περιπατητή», του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ (Γενεύη 1712- Ερμενονβίλ 1778), είναι κατά κάποιον τρόπο ο απολογισμός της ζωής του. Αδιάφορος σχεδόν για το τι προσέφερε στην φιλοσοφία (Discours sur les Sciences et les Arts, Discours sur l`origine de l`Inégalité, Émile), την μουσική (Le devin du village, κατά τα πρότυπα του πρώϊμου μοτσαρτικού Bastien und Bastienne) και την λογοτεχνία της εποχής του (La Nouvelle Héloise), -ή μάλλον έχοντας μία στρεβλή ιδέα-, γέρος πλέον και μακριά από την γενέτειρά του Γενεύη, περιδιαβαίνει καθημερινά την εξοχή απολαμβάνοντας το τοπίο.
Σε κάθε έναν από τους δέκα περιπάτους του, ο Ρουσσώ συλλογίζεται, -ή ονειροπολεί όπως το προτιμά ο ίδιος-, πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα: την ελευθερία, τον κατατρεγμό από τον κοινωνικό περίγυρο (έμμονη ιδέα του, που αγγίζει τα όρια της ψυχοπάθειας), το ψέμα, την αγάπη, την επιτυχία και το πόσο γρήγορα παρέρχεται, και, οπωσδήποτε, την ανακούφιση που του προσφέρει το να χάνεται μέσα στη φύση. Ας μην ξεχνούμε άλλωστε, ότι ο ίδιος ενέπνευσε την μανία της φυσιολατρείας στο υπερεξεζητημένο κοινό των σαλονιών που είχε αρχίσει να πλήττει αναζητώντας κάτι καινούριο. Στην εποχή μας θα τον αποκαλούσαμε... trendsetter. Και είναι αξιοθαύμαστο το ότι αρνήθηκε χορηγίες κι επιδόματα από φορείς εξουσίας (ο Λουδοβίκος ο 15ος υπήρξε λάτρης της όπεράς του Ο μάγος του χωριού, αποσπάσματα της οποίας τραγουδούσε διασχίζοντας τον θάλαμο των κατόπτρων «με την πιο φάλτσα φωνή του κόσμου»), προκειμένου να παραμείνει ελεύθερος.
Ο πέμπτος περίπατος των Ονειροπολήσεων του μοναχικού περιπατητή συνιστά κορυφαίο κείμενο, όπου άνθρωπος και φύση γίνονται ένα και ο λυρισμός του Ρουσώ δε θα μπορούσε να φτάσει ψηλότερα.
Αυτός που τόσο υπέφερε από την κριτική της εποχής –παρά τους φανατικούς υποστηρικτές του-, εκπορευόμενη είτε από συναδέλφους, όπως ο Βολταίρος, είτε από άλλους «επαγγελματίες», πεθαίνει το 1778∙ η φυσιολατρεία του όμως ήρθε για να μείνει με αναπάντεχους ενίοτε λογοτεχνικούς επιγόνους, όπως ο Ναπολέων Βοναπάρτης, του οποίου το πρωτόλειο Clisson et Eugénie όπως επανακυκλοφόρησε φέτος από τον εκδοτικό οίκο Fayard καταδεικνύει μία «εκκωφαντική» επίδραση.

Κι έτσι, ο 18ος αιώνας φεύγει επεισοδιακά με την Γαλλική Επανάσταση, (τι κακό σ’ αυτό το μέρος /σ’ αυτό φταίει ο Βολταίρος / και χαλάζι περισσό/ σ’ αυτό φταίει ο Ρουσώ, έλεγε το παλιό τραγουδάκι), ο 19ος αρχίζει και κυλάει φέρνοντας νέα καλλιτεχνικά ρεύματα, η πολιτική κατάσταση αλλάζει ξανά και ξανά, τα λογοτεχνικά γούστα το ίδιο...
...Και κάποια ωραία πρωία, ο Αλμπέρ Μπεγκέν, συγγραφέας τον οποίον η υστεροφημία ελάχιστα ετίμησε με την εύνοιά της, βρίσκεται να ταξιδεύει σιδηροδρομικώς από το Παρίσι προς την γενέτειρά του Γενεύη. Αποφασισμένος να απολαύσει τη διαδρομή ρεμβάζοντας το μαγευτικό τοπίο, και διανθίζοντάς την με κάποιες σκέψεις γύρω από την ανθρώπινη επέμβαση πάνω στη φύση -ο σιδηρόδρομος γαρ-, θα συνέχιζε έτσι μέχρι το τέλος της. Για κακή του τύχη όμως, στο ίδιο κουπέ με αυτόν μπήκε από σύμπτωση ο συνονόματος και συμπολίτης του (όπως και ο μακαρίτης ο Ρουσώ άλλωστε), Αλμπέρ Τιμπωντέ, ο πλέον διαβόητος για την παροιμοιώδη του σκληρότητα κριτικός λογοτεχνίας της εποχής. Ο επιφανής συνταξιδιώτης, είχε φυσικά μαζί του μια βαλίτσα γεμάτη βιβλία πρόσφατης κυκλοφορίας ώστε να μην χάνει την ώρα του με ρεμβασμούς, όπως ο Μπεγκέν.
Αυτός ο κακόμοιρος, που μόλις είχε κυκλοφορήσει ένα μυθιστόρημα, αρχικά σκέφτηκε εάν θα ήταν πρέπον να συστηθεί∙ ίσως όμως ο φόβος της αντιμετώπισής του από τον Τιμπωντέ, ή ίσως το δέος που προκαλούσε, τον απέτρεψε. Έμεινε λοιπόν σιωπηλός στη θέση του, κι έτσι του δόθηκε η ευκαιρία να μάθει από πρώτο χέρι την μέθοδο εργασίας του ιερού τέρατος. Ο Αλμπέρ Τιμπωντέ λοιπόν, σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής, έπιανε ένα βιβλίο στα χέρια του, διάβαζε βιαστικά μερικές σελίδες, στη συνέχεια άνοιγε το παράθυρο του κουπέ, και το πετούσε έξω με μια έκφραση βδελυγμίας! Ο Μπεγκέν ένοιωθε να τον λούζει κρύος ιδρώτας, καθώς περίμενε ότι από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν η σειρά και του δικού του πονήματος να εκσφενδονιστεί πάνω σε κάποιον ανυποψίαστο σταθμάρχη! Φυσικά, μέχρι το τρένο να φτάσει στη Γενεύη, η βαλίτσα του Αλμπέρ Τιμπωντέ είχε αδειάσει!

Φευ, οι ειδυλλιακές εξοχές τις οποίες περιδιάβαινε ο Ρουσσώ κάνοντας τον απολογισμό της ζωής του υπό μορφήν «περιπάτων», αποτελούν σήμερα κεντρικότατα σημεία του παρισινού άστεως. Ο ελβετικός παράδεισος που βίωσε προσωπικά προτού εξιδανικεύσει με την πένα του, είναι σήμερα μάρκα καλλυντικών –από τις ακριβούτσικες μάλιστα. Και στα σύγχρονα τρένα, τα παράθυρα δεν ανοίγουν λόγω κλιματισμού, αποφεύγοντας έτσι τη «μόλυνση» του περιβάλλοντος με ανάξια λόγου βιβλία, κάτι που βέβαια δε μπορεί να επιτευχθεί με τους εγκεφάλους των ανυπεράσπιστων αναγνωστών.

Μακεδονία της Κυριακής, 3/2/2008

Επιστοφή στην κορυφή της σελίδας

Ευμορφία Καραμπατάκη