Η «αυτογνωσία» του Ρισελιέ
ή περί αποσύρσεων

Το ανέκδοτο μεταφέρει ο Στάμος Ζούλας στο βιβλίο του Όσα δεν έγραψα (εκδ. Καστανιώτη 2003, σκίτσα Ηλίας Μακρής), όπως το είχε ακούσει από έναν προνομιακό συνομιλητή του: τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο καρδινάλιος Ρισελιέ, την εποχή της Αντιβασιλείας και της παντοδυναμίας του, διαθέτοντας ένα ελάχιστο νηφαλιότητας, αποφάσισε ότι έπρεπε να έχει δίπλα του κάποιον που θα του έλεγε πότε θα ερχόταν πλέον ο χρόνος να αποσυρθεί από την πολιτική. Για το σκοπό αυτό, επέλεξε έναν μικρό μαθητή ιερατικής σχολής (ως ιερωμένος που ήταν επισήμως ο ίδιος) θαυμαστό για το ήθος και την αγνότητά του, τον οποίον μεγάλωνε δίπλα του με μοναδικό σκοπό να του επισημάνει την ώρα να εγκαταλείψει την ενεργό δράση. Τα χρόνια κυλούσαν, ο Ρισελιέ κυριαρχούσε, το παιδί μεγάλωνε πάντα άμεμπτο και, μία ωραία πρωία ζήτησε να δει τον κηδεμόνα του για να του ανακοινώσει πως, ναι, είχε έρθει πια η στιγμή ν’ αφήσει τα κοινά. «Ώστε κι εσύ λοιπόν φαύλε προσχώρησες στις τάξεις των εχθρών μου, μετά από όλα όσα έκανα για σένα;» ξέσπασε οργίλος ο Ρισελιέ.
Το ανέκδοτο αυτό, από το στόμα του συγκεκριμένου αφηγητή, αποκαλύπτει πως ο εθνάρχης μάλλον δεν εστερείτο χιούμορ και μάλιστα ανώτερου επιπέδου, όπως θεωρείται ο αυτοσαρκασμός.

Σε αντίθεση με την πολιτική ιστορία, ωστόσο, η λογοτεχνική βρίθει παραδειγμάτων θεραπόντων της οι οποίοι αποσύρθηκαν οικειοθελώς, συχνά μάλιστα δημιουργώντας έναν μύθο γύρω από το άτομό τους ακριβώς λόγω αυτής της απόσυρσης. Οι περιπτώσεις όλων εκείνων των άλλοτε διάσημων, άλλοτε παραγνωρισμένων δημιουργών, που στο απόγειο της δόξας και της δημιουργικότητάς τους σταμάτησαν κάθε δράση, συγκίνησε τόσο τον ισπανό συγγραφέα Ενρίκε Βίλα Μάτας, ώστε να τους αφιερώσει ένα βιβλίο. Το «Μπάρτλεμπυ και Σια» (εκδ. Καστανιώτη, 2002), δοκίμιο υπό μορφή πρωτοπρόσωπου αφηγήματος, εκτός από περιήγηση στις μορφές τολμηρών αποσυρθέντων, και αστυνομική σχεδόν αναζήτηση των κινήτρων του καθενός, είναι συγχρόνως μία ανασκόπηση των κυριότερων λογοτεχνικών ρευμάτων που διέτρεξαν τον 20ο αιώνα.
Άλλος λοιπόν εγκαταλείπει την ενεργό δράση από υπερχειλίζον ταμπεραμέντο, επιλέγοντας να διάγει βίο μυστήριο, σκανδαλώδη και μυθιστορηματικό, όπως ο Ρεμπώ. Άλλος διότι θεωρεί ότι έφτασε σε τέτοια δυσθεώρητα ύψη, ώστε δεν θα μπορεί πλέον παρά στην καλύτερη περίπτωση να επαναλαμβάνει τον εαυτό του, όπως ο Μπερνάρδο Ατσάγα. Άλλος επειδή αρκείται στο να ασκεί επιρροή σε ομοτέχνους, όπως ο Πεπίν Μπέγιο. Άλλος λόγω ακραίας μοναχικότητας, όπως ο Σάλιντζερ. «Το να έχει κανείς καλλιτεχνική νοοτροπία και να αρνείται να την αφήσει ελεύθερη, οδηγεί σε δύο δρόμους: ο ένας είναι η αίσθηση της ματαίωσης... ο άλλος, πολύ λιγότερο διαδεδομένος, τον οποίον διακηρύσσουν ορισμένα ανατολικά πνεύματα, και που απαιτεί κάποια εκλέπτυνση της ψυχής, είναι (...) η χωρίς μεταμέλεια απάρνηση της εκδήλωσης των προσωπικών χαρισμάτων (...) μία αριστοκρατική αρετή από πενυματική άποψη αλλά, όταν κανείς αναδιπλώνεται σ’ αυτήν, χωρίς καν να οχυρώνεται πίσω από την περιφρόνηση προς τους συνανθρώπους του, τον κορεσμό της ζωής ή την αδιαφορία προς την τέχνη, τότε έχει πια κάτι το θεϊκό», παραθέτει ο δοκιμιογράφος. Σε κάθε περίπτωση όμως, η απόφαση μίας παρόμοιας απόσυρσης μοιάζει με πνευματική αυτοχειρία, εφόσον η δημιουργικότητα του καθενός είναι ό,τι εκλεκτότερο διαθέτει εντός του.
Θα σκεφτείτε βέβαια, δικαιολογημένα, ότι υπάρχει και η αντίθετη περίπτωση -σε αφθονία μάλιστα: εκείνων που λογικά θα έπρεπε να αποσυρθούν εφόσον δεν έχουν πια τίποτε άλλο να δώσουν κι ωστόσο παραμένουν, επαναλαμβάνοντας με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία τον εαυτό τους, χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται την κούραση ή την ειρωνία που προκαλούν. «Ήμουν τυχερός, δεν είχα πάρε δώσε προσωπικά σχεδόν με κανένα συγγραφέα. Ξέρω ότι είναι ματαιόδοξοι, μικροπρεπείς, ραδιούργοι, εγωκεντρικοί, ακοινώνητοι. Κι αν είναι Ισπανοί, είναι επιπλέον ζηλόφθονοι και λιπόψυχοι», δικαιολογεί τη στάση τους ο Βίλα Μάτας, αν και την τελευταία παρατήρηση ίσως δε θα έπρεπε να την περιορίσει γεωγραφικά.

Πιθανόν σε ορισμένα ζητήματα οι δύο ευδιάκριτοι τύποι προσωπικότητας οι οποίοι γεννιούνται, δεν γίνονται, δηλαδή αυτή του καλλιτέχνη και εκείνη του πολιτικού, να έχουν τον ίδιο τρόπο διαχείρησης ματαιοδοξίας, ώστε να οδηγούνται σε παρόμοια αποτελέσματα. Για να επιστρέψουμε όμως στο Ρισελιέ, -εκλεκτό μαικήνα των Τεχνών πέρα από οξυδερκή πολιτικό- και να το πούμε στη γλώσσα του, «Honni soit qui mal y pense», ντροπή σε όποιον σκέφτεται πονηρά. Το σημερινό μας σημείωμα δε συνιστά υπονοούμενο για το ότι οι πολιτικοί μας άνδρες χρειάζονται απόσυρση όπως αλληλοκατηγορούνται οι ίδιοι τον τελευταίο καιρό. Νέοι ή λιγότερο νέοι όλοι τους, δείχνουν φανερά ακμαίοι, συνεπώς έχουν πολλά χρόνια ακόμη μπροστά τους για να μας παιδεύουν.

Μακεδονία της Κυριακής, 14/10/2007

Επιστοφή στην κορυφή της σελίδας

Ευμορφία Καραμπατάκη