Εξουσία-λογοτεχνία σημειώσατε...
Οι δυο τους, -έστω κι αν τους χωρίζει απόσταση κάποιων αιώνων- αφού αντιπαραβλήθηκαν σταθερά από τα ΜΜΕ για την πορεία, τον αναρριχητισμό, τη μεγαλομανία, το ύψος, την υπερενεργητικότητα ή... το πάθος τους για μία άπιστη σύντροφο, βρίσκονται πλέον «αντιμέτωποι» και στον στίβο της λογοτεχνίας: ο Ναπολέων Βοναπάρτης και ο Νικολά Σαρκοζί, αναδεικνύονται σε πρωταγωνιστές της φετινής rentrée littéraire, της «λογοτεχνικής επιστροφής στην πόλη».
Σύμφωνα με το γαλατικό αυτό πολιτιστικό έθιμο, τα βιβλία του καλοκαιριού δεν εκδίδονται τόσο για να συναρπάσουν, να βγάλουν από την πλήξη ή να χαλαρώσουν τους παραθεριστές στις καλοκαιρινές ξαπλώστρες και μετά να ξεχαστούν, αλλά αντίθετα για να συζητηθούν, να προκαλέσουν πάθη και διαμάχες αμά τη επιστροφή (και φυσικά οι επαγγελματίες του χώρου, εκδότες, κριτικοί, συγγραφείς, μάλλον δεν προλαβαίνουν να ξεκουραστούν από τον... όγκο του υλικού που πρέπει να διατρέξουν το καλοκαίρι). Και όλα αυτά διότι με την επιστροφή από τις διακοπές ξεκινά η... προεκλογική περίοδος για το μέγιστο λογοτεχνικό βραβείο Γκονκούρ (αλλά και τα λοιπά επικρατείας, Μεντισίς, Φεμινά, Ρενοντώ λιγότερα σημαντικά και... προσοδοφόρα.)
Φέτος λοιπόν, ο Ναπολέων Βονπάρτης ως ...συγγραφέας με το Clisson et Eugénie (εκδ.Fayard) και ο Νικολά Σαρκοζί ως ήρωας βιβλίου με το Η αυγή, το βράδυ ή η νύχτα της Γιασμίνα Ρεζά (εκδ. Flammarion) καθίστανται και πάλι το προβεβλημένο δίδυμο, αυτή τη φορά λογοτεχνικό!
«Νέος και λαμπρός γάλλος αξιωματικός, γεννημένος το 1769 στο Αζάσιο (Κορσική), ο Ναπολέων Βοναπάρτης συνέγραψε μερικά μυθιστορήματα και νουβέλες. Έχοντας σταδιοδρομήσει σ’ έναν τομέα πολύ διαφορετικό από αυτόν της λογοτεχνίας, πέθανε το 1821». Με αυτό το λιτό βιογραφικό τον παρουσιάζει ο εκδοτικός του οίκος Fayard. Όσον αφορά το ολιγοσέλιδο βιβλίο του, ο Κλισσόν, νέος επίσης στρατιωτικός από την Κορσική (πάσα ομοιότις...), αφού δόθηκε στον πόλεμο, δίνεται στον έρωτα της αγαπημένης του Ευγενίας. Κυλούν εφτά ευτυχισμένα χρόνια αγάπης και φυσιολοτρείας (κατά το πρότυπο του Ρουσώ), μέχρι η πατρίδα να τον ξανακαλέσει. Θανάσιμα τραυματισμένος στη μάχη, στέλνει ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα στην αγαπημένη του, η οποία με την σειρά της ερωτεύεται τον κομιστή της επιστολής! («Κι έτσι πάει ο κόσμος, δεν φταίω εγώ», θα έλεγε ο Σοντερλώ ντε Λακλό). Το ύφος του συγγραφέα, συχνά αρκετά «σφιγμένο», βρίθει αποφθεγμάτων όπως: «Σαν όλους τους ανθρώπους, ένιωθε τον πόθο της ευτυχίας αλλά δεν είχε βρει ακόμη παρά τη δόξα», ή, «δοσμένος ολόκληρος στην αγάπη, αρνήθηκε την αίγλη», ενώ δε λείπουν ορισμένα σωβινιστικά χωρία που με τα σημερινά δεδομένα προκαλούν δυσανεξία: «η συναναστροφή ενός άντρα τόσο μεγάλης αξίας είχε ολοκληρώσει την Ευγενία»!
Από την πλευρά του ο «Σαρκολέων», όπως αποκαλείται από κάποιους ευθυμογράφους, έδωσε ως Υπουργός Εσωτερικών ακόμη, την άδεια στην Γιασμίνα Ρεζά να τον ακολουθεί επί ένα χρόνο –τον προεκλογικό- στις μετακινήσεις του. Η Ρεζά βέβαια, ανήκει στη γενιά των μηντιόφιλων δημιουργών, εφόσον χρόνια τώρα και ιδίως μετά την παγκόσμια επιτυχία του θεατρικού της Art (στην Ελλάδα ξαναπαίχτηκε την προηγούμενη σαιζόν), αρέσκονταν να φωτογραφίζεται για γυναικεία περιοδικά με επώνυμα ρούχα και ποτήρια σαμπάνιας. Η επιθυμία της λοιπόν να εξερευνίσει την φιλοδοξία και την θέληση για εξουσία αντανακλά στην ίδια, εφόσον θέτει διαρκώς τον εαυτό της εντός πλάνου, μαζί με τον ήρωα που βιογραφεί «εν θερμώ». Η ίδια η συγγραφέας βρίσκεται πανταχού παρούσα προσθέτοντας τον δικό της λανθάνοντα ναρκισισμό δίπλα στον εγνωσμένο του ήρωά της∙ «θα βρεθώ μ’ ένα παλάτι στο Παρίσι, έναν πύργο στο Ραμπουγιέ, ένα κάστρο στο Μπρεγκασόν», φέρεται να λέει εκείνος, ενώ το βράδυ της νίκης εξομολογείται «κατά βάθος δε νιώθω χαρά». Το ύφος της προσπαθεί να παραμείνει αποστασιοποιημένο, δεν καταφέρνει ωστόσο παρά να υπηρετήσει την κολακευτική εικόνα ενός πολιτικού που μάλλον ξέρει να την χειρίζεται προς ίδιον όφελος -το επικοινωνιακό του χάρισμα έχει εξουδετερώσει την κριτική της ματιά, και το χρονικό της εξουσίας καταλήγει σ’ έναν ύμνο της– οπότε η Ρεζά αποδεικνύεται μάλλον μία εξαπατημένη ερασιτέχνης. Με το αζημίωτο βέβαια, αφού το βιβλίο της συζητιέται παντού, έστω και για να κατηγορείται ως σκανδαλοθηρικό και «της κλειδαρότρυπας», ενώ είναι ήδη το απόλυτο φαβορί για το Γκονκούρ.
Έτσι, η φετινή απρόσμενη διαπλοκή εξουσίας-λογοτεχνίας δείχνει να θέλει έναν νικητή και θα τολμούσαμε να ποντάρουμε στο δύο, διότι η λογοτεχνία είναι μία υπόθεση διάρκειας, συνεπώς η πρόσκαιρη επιτυχία, με όλο το χρήμα και τα βραβεία, θα ξεχαστεί ή θα προκαλεί ένα ειρωνικό μειδίαμα κάθε φορά που θα ανασύρεται από τη μνήμη για λόγους περιέργειας ή ιστοριογραφίας. Το απέδειξε άλλωστε και ο ίδιος ο Ναπολέων, «επιστρέφοντας» ως λογοτέχνης.
Μακεδονία της Κυριακής, 9/9/2007