Περσεφόνες και Ιοκάστες

Πάντα έχουμε την τάση να ξεχνούμε ότι πράγματα που για μας θεωρούνται δεδομένα κι αυτονόητα, για κάποιους άλλους δεν σημαίνουν απολύτως τίποτε…
Ακούγεται ίσως απίστευτο, αλλά υπάρχουν άνθρωποι –κυρίως σε ξένες χώρες-, οι οποίοι γνωρίζουν ελάχιστα για τη μυθολογία μας. Έτσι, χρειάστηκε να διηγηθώ κάποτε, μπροστά σε μια «Αρπαγή της Περσεφόνης» μεγάλου μουσείου του εξωτερικού, τη γνωστή ιστορία που όλοι ξέρουμε από το σχολείο: ένα ειδυλλιακό απόγευμα, η Περσεφόνη είχε βγεί βόλτα με τις φίλες της, έτυχε να περνάει από εκεί ο θεός του Κάτω Κόσμου, Πλούτων, την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και, με συνοπτικές διαδικασίες, την πήρε μαζί του στον Κάτω Κόσμο, όπου παντρεύτηκαν και νοικοκυρεύτηκαν. Έχουμε βάσιμους λόγους να πιστεύουμε ότι ο Πλούτων υπήρξε ένα beau parti για την Περσεφόνη, εφόσον ως κόρη της θεάς Δήμητρας -που δεν ήταν και η πιο γκλαμουράτη-, ζήτημα να την καλούσαν στα πάρτυ του Ολύμπου, ενώ, λόγω του αντικειμένου της μητέρας, προφανώς δεν θα μπορούσε ούτε ένα μανικιούρ της προκοπής να κρατήσει. Όσο για τον Πλούτωνα, παρά το μακάβριο της αρμοδιότητός του, ήταν ένας από τους τρεις πλανητάρχες της εποχής (μαζί με τον Δία επί ξηράς και τον Ποσειδώνα επί των υδάτων), ενώ, από εμφάνιση, δε θα πρέπει να είχε παράπονο, αν κρίνουμε από το πώς αναπαριστούσαν τους θεούς τους οι Έλληνες τότε και από το πώς αποκαλούν τους ευειδείς κυρίους οι Ελληνίδες σήμερα. Έτσι, η Περσεφόνη έγινε Πρώτη Κυρία του Κάτω Κόσμου, όπου κατέληγαν οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι, ενώ δεχόταν κατά καιρούς τις επισκέψεις του μεγάλου σταρ της μουσικής, Ορφέα, και του γνωστού aventurier, Οδυσσέα.

Η Περσεφόνη όμως, ήταν κόρη της Δήμητρας, θεάς της Γης, ή «γεωργικής ανάπτυξης και τροφίμων», όπως είναι σήμερα η επίσημη ονομασία, η οποία, όταν έμαθε τι συνέβη, έγινε έξαλλη. Βέβαια, και το κορίτσι δε φέρθηκε σωστά, θα μπορούσε να ειδοποιήσει, να πάρει ένα τηλέφωνο, να στείλει ένα μήνυμα, έστω, ένα προσκλητήριο, αλλά νιάτα είναι αυτά, έρωτας, έχουν το ακαταλόγιστο, μήπως κι εμείς δεν τα περάσαμε; Το έδαφος, λοιπόν, σταμάτησε να βγάζει καρπούς, έπιασαν τα κρύα, το σύμπαν ερήμωσε, «ξεράθηκαν τα βοσκοτόπια/ χορτάρι πια δε βγάζει η γη/ νεκρή η ζωή στις πολιτείες/ κι έμειναν οι βωμοί γυμνοί», όπως τραγουδούσε στο χορικό παλαιάς σκανδαλώδους παράστασης του Κ.Θ.Β.Ε. η πρωτοεμφανιζόμενη τότε Έλλη Πασπαλά… Πέρα από τους ανθρώπους, όμως, λιμοκτονούσαν και οι θεοί, οι οποίοι περίμεναν τις θυσίες των θνητών για να τραφούνε, οπότε όλοι ήταν άμεσα θιγόμενοι.
Βλέποντας το μέγεθος της καταστροφής, ο Ζευς ως αρχηγός, ανέλαβε διαπραγματευτικές συνομιλίες, οι οποίες κατέληξαν σε μία συμβιβαστική λύση, δίκαιη και βιώσιμη για τις δύο πλευρές. Η γλυκιά Περσεφόνη θα περνούσε έξι μήνες στον Κάτω Κόσμο με τον άντρα της και άλλους έξι μήνες στον επάνω με τη μαμά της.

«Είναι ένας μύθος που εξηγεί την εναλλαγή των εποχών» προσέθεσα, όταν τελείωσα τη διήγησή μου μπροστά από τον πίνακα μεγάλου μουσείου του εξωτερικού. «Όταν η Περσεφόνη βρίσκεται στον επάνω κόσμο, έχουμε άνοιξη και καλοκαίρι, ενώ αντίθετα, όταν κατεβαίνει στον κάτω, φθινόπωρο και χειμώνα». Είναι, επίσης, ένας μύθος που μας δείχνει πώς οι ελληνίδες πεθερές πάντα θα βρουν έναν τρόπο να παρεισφρύσουν στη ζωή του ζευγαριού, ακόμη κι αν χρειαστεί να κάνουν τον κόσμο άνω κάτω (στην κυριολεξία). Αυτή την τελευταία πληροφορία, ωστόσο, απέφυγα να την μοιραστώ με το «ακροατήριό» μου, διότι θεώρησα αφενός ότι δεν το ενδιέφερε –τότε-, αφετέρου διότι, όπως ξέρουμε ήδη από την μακρινή εκείνη εποχή, τα εν οίκω μη εν δήμω. Πάντως, ευκαιρίας δοθείσης, θα πρέπει να εξάρουμε το διπλωματικό flair του Πλούτωνα, ο οποίος, πολύ ορθά, συγκατένευσε στην εξάμηνη «άδεια» της συμβίας του, προκειμένου ν’ αποφύγει τα χειρότερα, δηλαδή να του κουβαληθεί εκεί για έξι μήνες η πεθερά του. Και μην πάει ο νους σας στο κακό, διότι ήταν ο μόνος θεός –αν δε με απατά η μνήμη μου-, ο οποίος δεν «ακούστηκε» καθόλου ύστερα από τον γάμο του, σε αντίθεση με άλλους, που συμμαζεμό δεν είχαν, πριν, κατά και μετά.
Καθώς, όμως, οι Έλληνες έδωσαν τα φώτα του πολιτισμού στον κόσμο, οι μέθοδοί τους μαθεύτηκαν και διαδόθηκαν παντού, με αποτέλεσμα να έχει γεμίσει ο πλανήτης κίονες και… πολυμήχανες πεθερές (τους έδωσε κι ο Φρόϋντ επιστημονική υπόσταση μ’ εκείνο το «οιδιπόδειο σύμπλεγμα»…). Πιστεύω, μάλιστα, ότι από τη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά που χαλάει κόσμο επί δύο συναπτές σαιζόν, λείπει ένα επεισόδιο αφιερωμένο στην «αλλοδαπή πεθερά», το οποίο προσφέρομαι να συγγράψω, με φόβο, βεβαίως, μήπως πάνω στο δημιουργικό μου οίστρο δώσω ένα φινάλε πολύ σπλάτερ… Η Διεθνής αυτή των πεθερών, λοιπόν, εργάζεται συστηματικά για την επίτευξη του υψηλού της στόχου: πώς να «ακυρώσει» την εκλεκτή του μοσχαναθρεμμένου της. Όπου, η καημένη, μπορεί να διαθέτει δύο μεταπτυχιακά, να μιλά τέσσερις γλώσσες, να έχει παίξει στην Επίδαυρο, να έχει πετάξει με διαστημόπλοιο, να την έχει παρασημοφορήσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κι ωστόσο να μην επαρκεί. «Δεν βαριέσαι, καλός άνθρωπος να’ ναι» έρχεται η χαριστική βολή.
Θα μου πείτε, όλες οι πεθερές έτσι μοιάζουν; Όχι, βέβαια! Υπάρχει πάντα μία φωτεινή εξαίρεση: οι μανούλες μας, τόσο υποστηρικτικές, τόσο διακριτικές, σχεδόν άγιες, να τις κάνουν εικόνισμα και να τους ανάβουν καντήλι! (Ίσως, κατόπιν ωριμοτέρου σκέψεως, και η Σοφία, που απέρριπτε χρόνια ολόκληρα γαλαζοαίματες και μοντέλες, για ν’ αποδεχτεί στο τέλος μία συνάδελφό μας, πληβεία και διαζευγμένη).
Σε άρθρο της στο Close Up Φεβρουαρίου σχετικά με τη χειριστική συμπεριφορά, η πάντα εύστοχη Ζωή Κυροπούλου εξηγούσε ότι κατά βάθος οι πεθερές είναι ανασφαλείς κι αυτό που κατ’ ουσίαν επιδιώκουν με τα καψόνια τους, είναι να διατηρηθούν όλα όπως ήταν κάποτε. Πράγμα ανέφικτο, εφόσον ο χρόνος κυλά, οπότε συμβιβάζονται με μια αέναη συναισθηματική ομηρεία των βλαστών τους. Κι εδώ δεν μπορώ να μη θυμηθώ εκείνο το ακραίο παράδειγμα που αναφέρει ο Αλμπέρτο Μανγκέλ στην ογκώδη «Ιστορία της ανάγνωσης».
Μία ημέρα του 1964, όταν ο ίδιος, μαθητής γυμνασίου ακόμη, δούλευε για το χαρτζηλίκι του στο βιβλιοπωλείο «Πυγμαλίων» του Μπουένος Άϊρες, μπήκε μέσα ο ηλικιωμένος πια, πολυβραβευμένος (μόνο το Νόμπελ του είχε ξεφύγει, αλλά αυτό το’ πάθαν κι άλλοι) και σχεδόν τυφλός τότε Χόρχε Λουίς Μπόρχες, συνοδευόμενος από τη μητέρα του. Ο περιώνυμος συγγραφέας –και είδωλο του Μανγκέλ-, την εποχή εκείνη είχε καταληφθεί από μία ακατανίκητη επιθυμία να μάθει «αγγλοσαξωνικά», όπως τα χαρακτήριζε. Οι υπάλληλοι του βιβλιοπωλείου, εντυπωσιασμένοι από την επίσκεψη, έσπευδαν να κατεβάσουν για τον διάσημο συμπατριώτη τους από τα ράφια του «Πυγμαλίωνα» ό,τι μέθοδο, εγχειρίδιο ή λεξικό θα μπορούσαν να του φανούν χρήσιμα, εξηγώντας του παράλληλα τι είναι το καθένα. Βλέποντας, όμως, η μητέρα του πως η διαδικασία τραβούσε σε μάκρος και ότι ο γιος της καθυστερούσε ν’ αποφασίσει, αγανακτισμένη γυρίζει και του λέει: «Αχ, Χορχελίτο (Γιωργάκη), δεν καταλαβαίνω γιατί χάνεις τον χρόνο σου με αυτά τα αγγλοσαξωνικά, αντί να καθίσεις να μάθεις κάτι αληθινά χρήσιμο, όπως αρχαία ελληνικά ή λατινικά!».
Εάν τυγχάνετε θετικός κι αισιόδοξος χαρακτήρας, θα δείτε ως ηθικό δίδαγμα αυτής της ιστορίας ότι, ακόμη κι αν είσαι ηλικιωμένος, τυφλός και διάσημος, πάντα υπάρχει κάτι καινούριο να μάθεις, κάτι καινούριο να σε συναρπάσει. Εάν πάλι διακατέχεστε από εθνική υπερηφάνεια, θα δείτε στην ιστορία μας πως, ακόμη κι αν είσαι ηλικιωμένος, τυφλός και διάσημος, εφόσον η ελληνική παιδεία σου λείπει, έχεις πολύ δρόμο μπροστά σου… Αλλά εάν είσαστε παθών/-ούσα, θα δείτε ότι, ακόμη κι αν είσαι ηλικιωμένος, τυφλός και διάσημος, η Ιοκάστη της ζωής σου πάλι θα βρει τρόπο να σε εκθέσει, δίχως να σέβεται ούτε τα χρόνια, ούτε την κατάσταση της υγείας, ούτε τη φήμη που κατάφερες ν’ αποκτήσεις (και να σε αποκαλεί, μάλιστα «Γιωργάκη» μπροστά σε κόσμο, ολόκληρο παρ’ ολίγον νομπελίστα!). Οπότε, εφόσον συνέβαινε στον μέγα Μπόρχες (ο οποίος απεβίωσε εργένης)…

Πιθανόν ο Πλούτων και η Περσεφόνη να είχαν όντως βρει τον ιδανικό τρόπο διακανονισμού της αιώνια ακανθώδους διαφοράς. Αλλά τότε, μπροστά από τον πίνακα της «Αρπαγής», δεν μπορούσαμε ακόμη να το σκεφτούμε το «ακροατήριό» μου κι εγώ, εκείνο ενθουσιασμένο που μία αυθεντική Ελληνίδα και επαγγελματίας της γραφής τού αποκάλυπτε τα νοήματα της ελληνικής μυθολογίας, κι εγώ εντυπωσιασμένη που ένας εγγονός ζωγράφου και επαγγελματίας της εικόνας μού ανέλυε τις μεθόδους των εικαστικών τεχνών.
Ώ, τρισόλβιες ημέρες, όταν η Ιοκάστη που μας αναλογούσε, δεν είχε ακόμη εμφανιστεί στο προσκήνιο…

Close Up, Απρίλιος 2005

 

Επιστοφή στην κορυφή της σελίδας

Ευμορφία Καραμπατάκη