Με νότες και με λέξεις
Της Σταυρούλας Παπασπύρου
«Τι είναι για σένα ευτυχία;», συνήθιζε να ρωτάει ένας φτασμένος δάσκαλος μουσικής την πιο αγαπημένη μαθήτριά του. «Να ταξιδεύω και να τραγουδάω», του απαντούσε εκείνη. Χρόνια αργότερα, η κοπέλα θα συνειδητοποιήσει πως ευτυχία ήταν αυτό ακριβώς που είχε τότε: «Ένα δωμάτιο-αποθήκη νοικιασμένο στη μαύρη, οι πρώτες άριες που είχα αρχίσει να καταφέρνω, το περιθώριο να κάνω όνειρα σ’ ένα μέλλον ανοιχτό, να περπατάω στους δρόμους της ξένης πόλης μ’ ένα κόκκινο ταγιέρ και να νιώθω βασίλισσα του κόσμου. Τίποτε άλλο…».
Τι σχέση έχει άραγε η υποψήφια πριμαντόνα που αναδύεται κάθε τόσο μέσα από τα διηγήματα της συλλογής «Άρια ντα κάπο» (εκδ. Εστία) με την 36χρονη Ευμορφία Καραμπατάκη που την υπογράφει; Ίσως να μην ταυτίζονται απόλυτα μεταξύ τους. Το σίγουρο είναι πάντως πως και οι δυο έδωσαν μάχες για να ξεπεράσουν το τρακ, ξεσκάλισαν τα χρονικά της όπερας αναζητώντας ποιες ενέπνευσαν τον Χαίντελ ή τον Μότσαρτ, βίωσαν τι σημαίνει αλληλεγγύη, καπρίτσιο και ανταγωνισμός, και υποκλίθηκαν και οι δυο στο μεγαλείο της φόρμας.
Όπως και η ομώνυμη φόρμα του μπαρόκ, η «Άρια ντα κάπο» της Καραμπατάκη εκτυλίσσεται σε τρία μέρη (αποτελούμενα από τέσσερα διηγήματα το καθένα), σαν ένα τραγούδι που ακολουθεί τους κύκλους της ζωής, ανοίγοντας και κλείνοντας με την ίδια τρυφερή μελωδία. Μέσα από τις σελίδες της παρακολουθούμε αρχικά τα τεκταινόμενα σ’ ένα κονσερβατουάρ του εξωτερικού, εκεί όπου φοιτητές όλων των φυλών μετράνε το ταλέντο τους, σκοτώνουν ή ενθαρρύνουν τον νάρκισσο μέσα τους, χτίζοντας και γκρεμίζοντας έρωτες και φιλίες.
Από τους κύκλους των μουσικών μεταφερόμαστε στη συνέχεια στους κύκλους των φιλόμουσων, με αφορμή μια συναυλία της Τζέσυ Νόρμαν στην Επίδαυρο ή την επανεμφάνιση στο προσκήνιο ενός ξεχασμένου ποπ ειδώλου από τη δεκαετία του 60. Το alter ego της Καραμπατάκη εξελίσσεται σε πολιτιστική ρεπόρτερ απογοητευμένη από τις επιταγές του λάϊφ στάϊλ και την περιρρέουσα ημιμάθεια. Κι εμείς παίρνουμε μια γεύση από τη μελαγχολία του Ροσσίνι που τον οδήγησε ν’ αποσυρθεί νωρίς από την ενεργό δράση, καθώς και από την παροιμιώδη αντιζηλία ανάμεσα σε δύο θρυλικές πριμαντόνες του 18ου αιώνα –της Φαουστίνα Μπορντόνι και της Φραντσέσκα Κουτσόνι- που τώρα πια δεν είναι παρά λήμματα εξειδικευμένων λεξικών.
Συνδετικός κρίκος όλων των διηγημάτων, το πάθος για τη μουσική. Ένα πάθος που είχε συνεπάρει και τη συγγραφέα του «Άρια ντα κάπο», οδηγώντας την από τη γενέτειρά της Θεσσαλονίκη, μ’ ένα πτυχίο γαλλικής φιλολογίας ήδη, στο Conservatoire Royal de Musique των Βρυξελλών, για να σπουδάσει όπερα, υποκριτική και αυτοσχεδιασμό. Η φιλοδοξία της για μια καρριέρα στο λυρικό θέατρο ανήκει πια στο παρελθόν. «Ήταν η μεγαλύτερη χυλόπιτα της ζωής μου!», λέει.
«Αν δεν άλλαζα πορεία εγκαίρως, θα μ’ ακολουθούσε διά βίου το σύνδρομο του αδικημένου… Ευτυχώς, μ’ έσωσε η γραφή».
Πατώντας γερά πάνω στα διδάγματα της όπερας –«την τέχνη της ισορροπίας μεταξύ φόρμας και περιεχομένου»- και χρησιμοποιώντας τον εαυτό και τα βιώματά της ως «υλικό δουλειάς» και τίποτε παραπάνω, η Καραμπατάκη θέλησε, με όχημα τη μουσική, να μιλήσει «για τη δυσκολία των ανθρώπινων σχέσεων, για τους αγώνες της ζωής που καταλήγουν σε ισοπαλία, για την αναμέτρηση με το όνειρο που μας οδηγεί στην ήττα».
Αν και από παιδί σκάρωνε ιστορίες με τις εικόνες που μάζευε περπατώντας στο δρόμο, η συγγραφή ως επάγγελμα δεν της φαίνεται ελκυστική. «Θα προτιμούσα να παραμείνει μια χαρά, παρά να εξελιχτεί σε άγχος. Έμπνευση αντλώ από ένα σωρό πράγματα γύρω μου, αλλά η έμπνευση δεν αρκεί για να κάνεις λογοτεχνία. Ειλικρινά, δεν ξέρω καν αν θα καταφέρω να γράψω και δεύτερο βιβλίο. Όσο κι αν ακούγεται μελοδραματικό, έγραψα το «Άρια ντα κάπο» με το φόβο ότι θα πεθάνω χωρίς να έχω προλάβει ν’ αποτυπώσω ό,τι είχα να πω!»
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 6/7/2003