Φθαρτές ψυχές σε μια άφθαρτη αγάπη
Από τον Δημοσθένη Κούρτοβικ
Οι εκπλήξεις (ακόμη και οι δυσάρεστες εκπλήξεις, για να μη μιλήσουμε για τις ευχάριστες) σπανίζουν ολοένα περισσότερο στην ελληνική λογοτεχνία, όπως και στην ελληνική πολιτική ή στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Ακόμη και οι πολυπαινεμένοι νέοι συγγραφείς, αυτοί που είθισται να θεωρούνται φερέλπιδες και εξελισσόμενοι, έχουν ήδη γίνει ενοχλητικά προβλέψιμοι. Κι εκεί που ο εφησυχασμός των συγγραφέων τείνει να βρει το ισοδύναμό του στην απάθεια του κριτικού, διαβάζεις ένα βιβλίο όπως το Άρια ντα κάπο της πρωτοεμφανιζόμενης Ευμορφίας Καραμπατάκη, και λες, να που αξίζει να ψάχνουμε, να ελπίζουμε πάντα σ’ εκείνο το ξάφνιασμα, εκείνη την ανακάλυψη που θα δείξει προς μία καινούρια κατεύθυνση.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η έκπληξη εδώ προέρχεται από τον χώρο του διηγήματος, τον πιο στατικό, αν και κατά παράδοση τον πιο ανεπτυγμένο τομέα της ελληνικής πεζογραφίας. Οι συλλογές διηγημάτων που εκδίδονται τα τελευταία χρόνια προκαλούν δυσπιστία, αν όχι απώθηση, και αυτό οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, σε δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι στην πλειονότητα, σχεδόν στην ολότητα των περιπτώσεων τα διηγήματα μιας συλλογής δεν έχουν καμιά ενότητα, γράφτηκαν με διαφορετικές αφορμές, για διαφορετικούς σκοπούς και ο συγγραφέας τους προσπαθεί, ή τουλάχιστον αυτή την εντύπωση δίνει, να νομιμοποιήσει την αυθαίρετη συνύπαρξή τους επικαλούμενος την υπογραφή του –αλλόκοτα αλαζονική διεκδίκηση σε μια εποχή που πρώτοι οι συγγραφείς αμφισβητούν την ενότητα του συγγραφικού υποκειμένου.
Ο δεύτερος και σπουδαιότερος λόγος είναι ότι οι περισσότεροι διηγηματογράφοι φαίνεται να έχουν εσωτερικεύσει τη συνήθη προκατάληψη ότι η μικρή φόρμα σημαίνει και μικρή εμβέλεια, μικρό στόχο, μικρή επένδυση φιλοδοξιών και ενέργειας από τη μεριά του συγγραφέα. Έτσι, αντιμετωπίζουν τα διηγήματα κάπως σαν καθημερινές ασκήσεις γυμναστικής, επαναβεβαιώνουν τα τεχνικά κεκτημένα τους από διήγημα σε διήγημα, κατασκηνώνουν μακάρια ανάμεσα στο μικροσκοπικό και το αποσπασματικό, αποφεύγουν τους πειραματισμούς και δεν στοχάζονται πάνω στις δυνατότητες ανανέωσης του είδους.
Το Άρια ντα κάπο παραβιάζει απελευθερωτικά αυτό το μίζερο εθιμικό δίκαιο της ελληνικής διηγηματογραφίας. Πρώτον, όλα τα διηγήματα της συλλογής είναι παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα –και τι θέμα: την παράξενη, γεμάτη αντιθέσεις και αντιφάσεις σχέση ανάμεσα στην τέχνη (εν προκειμένω τη μουσική) και τη ζωή του καλλιτέχνη ή του φιλότεχνου που της είναι αφοσιωμένος. Δεύτερον, η συγγραφέας αλλάζει ολοένα μέθοδο διαπραγμάτευσης: από περιγραφές επεισοδίων της επαγγελματικής ή ιδιωτικής καθημερινότητας ως φανταστικές αφηγήσεις που αναπλάθουν και σχολιάζουν μια ολόκληρη εποχή, από ιστορίες εφήμερων, ανεκπλήρωτων ή ανεπίγνωστων ερώτων ως κείμενα με σχεδόν δοκιμιακό χαρακτήρα. Με αυτό τον τρόπο η Καραμπατάκη προσεγγίζει το βασικό θέμα της από διάφορες οπτικές γωνίες και σε διάφορα επίπεδα.
Τα τέσσερα διηγήματα που απαρτίζουν το πρώτο μέρος της συλλογής αναφέρονται στη ζωή μιας πολυεθνικής κοινότητας σπουδαστών στο κονσερβατουάρ κάποιας ευρωπαϊκής πόλης (προφανώς των Βρυξελλών, όπου η ίδια η συγγραφέας σπούδασε όπερα και υποκριτική). Σ’ αυτές τις ιστορίες κυριαρχούν πορτρέτα ιδιόρρυθμων χαρακτήρων, αμφίσημες σχέσεις, το κοινό πάθος για τη μουσική, που όμως σημαίνει διαφορετικά πράγματα για τον καθένα, η αγωνία της καλλιτεχνικής αρτίωσης, που κι αυτή επιδιώκεται ή επιτυγχάνεται με διαφορετικούς τρόπους. Υπάρχει ένα πρόσωπο που επανεμφανίζεται σταθερά, στον ρόλο άλλοτε του παρατηρητή, άλλοτε του πρωταγωνιστή μιας ιστορίας και άλλοτε ενός από τους ήρωές της. Είναι μία μαθητευόμενη υψίφωνος. Όπως θα μάθουμε χάρη στα ξαφνικά fast forward που κάνει η συγγραφέας, αλλά και από τα διηγήματα που ακολουθούν στα δύο επόμενα μέρη, η κοπέλα αυτή δεν έμελλε, παρά τα προσόντα που φαίνεται πως διέθετε, να σταδιοδρομήσει στην όπερα και τελικά ασχολήθηκε με άλλα πράγματα.
Έτσι, την παρακολουθούμε να μας εισάγει στο δεύτερο μέρος του βιβλίου μιλώντας για την παρέα της, για τα «παιχνίδια συναναστροφών» που έπαιζαν κάποτε μιμούμενοι τους Γάλλους précieux (επιτηδευμένους) του 17ου αιώνα και ιδιαίτερα για ένα από αυτά, τα «λογοτεχνικά παίγνια», που είναι πια ο μόνος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους παλιούς φίλους. Στις τρεις ιστορίες που έπονται και που αποτελούν, όπως μας λέει, τη δική της συμβολή στην τελευταία παρτίδα του παιχνιδιού, φαίνεται να συνοψίζει σε τρία στάδια την ίδια τη ζωή της: νεαρή σπουδάστρια του ωδείου, που βάζει τη μουσική πάνω από τους έρωτές της με τους άνδρες, πολιτιστική συντάκτρια, που πολύ λίγο εμπνέεται από τη δουλειά της, αόρατη (αφηγηματικά) συγγγραφέας μιας ιστορίας ακριβώς για τους précieux του 17ου αιώνα.
Ως γνωστόν, όσο πιο ώριμος λογοτεχνικά είναι ένας συγγραφέας τόσο λιγότερο ορατός είναι στο έργο του. Η έκλειψη της πρώην σπουδάστριας, υψιφώνου και πολιτιστικής συντάκτριας από τις ιστορίες του τρίτου και τελευταίου μέρους (με εξαίρεση την τελευταία, όπου παρουσιάζεται ξανά, αλλά σ’ έναν μάλλον πικρό, αποχαιρετιστήριο ρόλο) σηματοδοτεί την ωρίμανση της συγγραφέως Καραμπατάκη μέσα στο ίδιο αυτό το πρώτο της βιβλίο. Τα τέσσερα διηγήματα αυτού του μέρους, ασυζητητί τα καλύτερα του τόμου, είναι δείγματα υψηλής τεχνικής, υψηλού συγκινησιακού φορτίου και μεγάλου διανοητικού βεληνεκούς.
Το πρώτο από αυτά είναι καθαρά αφηγηματικό. Είναι η ιστορία τεσσάρων παλιών φίλων που θέλουν να παρακολουθήσουν τη συναυλία του ινδάλματός τους, της Τζέσυ Νόρμαν, στην Επίδαυρο, αλλά τελικά δεν πραγματοποιούν το σχέδιό τους, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Τα επόμενα δύο είναι δοκιμιακά, του τύπου που (επαν)εισήγαγε στη σύγχρονη πεζογραφία ο Τζούλιαν Μπαρνς με το καταπληκτικό εκείνο μυθιστόρημα Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ. Το ένα προσπαθεί να απαντήσει στην απορία γιατί ο Ροσσίνι αποσύρθηκε τόσο νωρίς από την ενεργό δράση, το άλλο είναι η ιστορία της αντιζηλίας ανάμεσα σε δύο διάσημες πριμαντόνες του 18ου αιώνα, ερμηνεύτριες και οι δύο του Χαίντελ. Το τέταρτο και τελευταίο διήγημα, αφηγηματικό και δοκιμιακό μαζί, μιλάει για δύο άλλες αοιδούς του ίδιου αιώνα, τη σχέση τους με τον Μότσαρτ και τις παράξενες αντανακλάσεις αυτής της ιστορίας στη σχέση ενός σημερινού συλλέκτη με τη γνωστή μας μαθητευόμενη υψίφωνο.
Σ’ αυτά τα διηγήματα βρίσκει τη διεισδυτικότερη και συγκινητικότερη αποτύπωσή της η δεσπόζουσα διάθεση της συγγραφέως σε ολόκληρο το βιβλίο της: ακόμη και η πιο αγνή, η πιο δυνατή αγάπη για την τέχνη είναι καταδικασμένη να γνωρίσει τις προδοσίες που φέρνουν οι ανθρώπινες αδυναμίες, τα απρόοπτα της ζωής και η φθορά του χρόνου. Και αυτό κάνει άπιαστο όνειρο την επιθυμία του καλλιτέχνη ή του φιλόμουσου να σταθεί για πάντα στο ύψος του ευγενικού πάθους του. Η Καραμπατάκη μάς το λέει με ένα ύφος που το χαρακτηρίζει μια ανεπίδευτη μουσικότητα και που ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσα στη μελαγχολία, την τρυφερότητα και μια ανεπαίσθητα σκωπτική θυμοσοφία. Είναι, θα έλεγα, το ιδανικό ύφος για ένα τέτοιο θέμα.
Τα Νέα, Βιβλιοδρόμιο, Σαββατοκύριακο 7-8/7/2003