Η παγκόσμια κατάταξη

Με το που την είδα, την κατάλαβα αμέσως, παρά τις όσες δεκαετίες είχαν μεσολαβήσει. Έτσι είναι άλλωστε το καλοκαίρι: ανακατεύει την τράπουλα και φέρνει μπροστά σου ανθρώπους τους οποίους, υπό κανονικές συνθήκες, δε θα είχες συναντήσει ποτέ. Περιμένοντας ν’ αρχίσει η συναυλία στο Φεστιβάλ Κλασσικής Μουσικής του Ναυπλίου, αφηρημένες κουβέντες με τους γύρω, ξεφύλλισμα του προγράμματος, κάποια αναμνηστική φωτογραφία… Ήταν τώρα ξανθιά, αλλά αυτό το πάθαν οι περισσότερες. Μετά τις αρχικές αμφιβολίες, την πλησίασα. «Ήσουν στο τάδε σχολείο;» και ανέφερα ιστορικό εκπαιδευτήριο της Θεσσαλονίκης, άλλοτε αποκλειστικά θηλέων.
Τελευταία(;) απομεινάρια μιας παλιάς αστικής και ολίγον φραγκολεβαντίνικης νοοτροπίας που ήθελε τις κόρες ευπρεπών οικογενειών να γαλουχούνται με γαλλικά και πιάνο (διαπρέψαμε και στα δύο) και ηρωϊκώς συνεχίζοντας σε μια μεταιχμιακή εποχή που έφερε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, πιστωτικές κάρτες, κινητά τηλέφωνα, Διαδίκτυο…
  Μετά τις αρχικές εξηγήσεις, με θυμήθηκε κι εκείνη, προσφέροντάς μου τη γνωστή φιλοφρόνηση αυτών των περιστάσεων: «δεν έχεις αλλάξει καθόλου!» (κάτι που είναι λάθος, φυσικά και έχω αλλάξει, όπως όλοι μας, ιδίως εσωτερικά, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία). Ύστερα από τις πρώτες αναγνωριστικές κουβέντες, την (μετριότατη) συναυλία την οποία ως δύο πρώην μουσικοί κρίναμε ανελέητα, στο δείπνο με αυτοσχέδια παρέα καινούριων γνωστών από αμφότερες τις πλευρές, και με το κέφι μιας παρόμοιας νύχτας, άρχισαν οι εξομολογήσεις. Μιλώντας φυσικά για την πολυτάραχη ζωή μας, που δεν προσαρμόστηκε στις νόρμες, και με την ακαριαία οικειότητα των ανθρώπων που διαισθάνονται ότι μοιάζουν μεταξύ τους, οπότε δε χρειάζεται να παραστήσουν εις αλλήλους τους υπέρλαμπρους και τους επιτυχημένους. Σε κάποια στιγμή, και αφού είχε ακούσει τις διηγήσεις μου για τις σπουδές, την όπερα, τα βιβλία, τα ταξίδια, τις μετοικοίσεις σε άλλες χώρες, τη δημοσιογραφία, τον βίο που μπορεί να μην ήταν πάντα ευτυχής, υπήρξε όμως σίγουρα μυθιστορηματικός, μου είπε χαμηλόφωνα: «ξέρεις, δεν τα κατάφερες άσχημα, σε τοποθετώ στο νούμερο τέσσερα της παγκόσμιας κατάταξης». Της ποιας;
Και βάλθηκε να μου εξηγεί ότι, χρόνια τώρα, συλλέγει  περιπτώσεις σαν εμάς, που, είτε λόγω ιδιοσυγκρασίας, είτε λόγω συγκυριών (ή και τα δύο μαζί), δεν ακολουθήσαμε την πεπατημένη. Υπάρχουν αυτές που παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά, εργάζονται ή μένουν στο σπίτι, ενίοτε φωτογραφίζονται στα κοσμικά, και έχουν όλη την ευαρέσκειά μας. Υπάρχουν και οι άλλες που «αναχώρησαν» πρόωρα, αδοκίτως ή οικειοθελώς και η ανάμνησή τους θα μας προκαλεί πάντοτε θλίψη και πόνο. Και τέλος, υπάρχουμε εμείς. Στο νούμερο τέσσερα λοιπόν, εγώ (στο καλό, ούτε καν αυτό δεν κατάφερα!). Στο νούμερα τρία, η ίδια: από καθηγήτρια πιάνου επί δεκαετία, δημοσιογράφος γνωστού «αντρικού» περιοδικού στην πρωτεύουσα. Στο νούμερο δύο, μία παλιά συμμαθήτρια που ανασύρει ως δύτης ναυάγια στη Νέα Ζηλανδία. Και στο νούμερο ένα, κάποια άλλη, εθνογράφος, κάτοικος…Μογγολίας όπου  παρακολουθεί και καταγράφει τις μετακινήσεις των νομάδων…

Η βραδιά έληξε με τρελό κέφι, ανταλλαγές κινητών, φιλιά και υποσχέσεις να μην ξαναχαθούμε. (Εννοείται ότι ξαναχαθήκαμε).


Ήταν πλέον προχωρημένος χειμώνας πίσω στη Θεσσαλονίκη.
Αυτή τη φορά, αν δεν τραβούσε το βλέμμα μου το μπλουζάκι της συναθλούμενης στο γυμναστήριο, μπορεί και να περνούσε ολόκληρη η  χρονιά χωρίς να την προσέξω. «Hard rock café» και το όνομα μιας πόλης που τελικά δεν έγινε θετή μου πατρίδα. «Ποιος παίζει με τον πόνο μου;», σκέφτηκα οργισμένα, και τότε την παρατήρησα. Μα φυσικά, ήταν η ... από τη στάση του σχολικού. Ούτε αυτή με θυμόταν. Στα αποδυτήρια, όταν αναλύσαμε τις συντεταγμένες μας, αναφώνησε: «χρυσό μου, εσύ είσαι «το μικρό» της στάσης!». Πράγμα φαιδρό, βέβαια, στην ηλικία μας, αλλά ναι, τω καιρώ εκείνο, ήμουν «το μικρό» της στάσης… Αφού μιλήσαμε για τα γνωστά αυτών των περιπτώσεων, τι έχουμε κάνει στη ζωή μας και σε ποιο σημείο βρισκόμαστε τώρα, με ρώτησε εάν βλέπω καμία από τις παλιές. Το καλοκαίρι, στο Φεστιβάλ Ναυπλίου, της είπα, είδα την τάδε, και της διηγήθηκα, κυρίως χάριν αστεϊσμού, την ιστορία με την παγκόσμια κατάταξη. «Αυτό δεν είναι τίποτα», μου είπε σοβαρότατη, «εγώ γνωρίζω μία άλλη περίπτωση, δύο χρόνια μεγαλύτερη από μένα, που είναι σήμερα Πρόεδρος του Χρηματιστηρίου των Νήσων Καϊμάν∙ και ξέρεις φυσικά τι σημαίνει Νήσοι Καϊμάν», τόνισε. «Νησιά Κροκόδειλος», απάντησα με πεποίθηση, ως τέλεια ισπανομαθής. «Όχι μικρή κουλτουριάρα, πρόκειται για έναν από τους διακριτικότερους φορολογικούς παραδείσους!». Έμεινα εμβρόντητη, διότι κουλτουριάρηδες ή μη, όλοι έχουμε έναν κοινό εχθρό: την εφορία! Και θαύμασα την παλιά άγνωστη συμμαθήτρια, η οποία όχι μόνον έκανε κάτι εξαιρετικά πρωτότυπο στη ζωή της, αλλά συγχρόνως προσέφερε κοινωνικό έργο, αψηφώντας Γουσταύους, Χίλντες και λοιπούς τυφώνες που κατά καιρούς ενσκήπτουν στα μέρη τους!
Ωστόσο εκείνο το βράδυ –και πάλι μετά από τα φιλιά, τις ανταλλαγές κινητών, το «δε χανόμαστε, θα τα λέμε ούτως ή άλλως εδώ»-, έφυγα από το γυμναστήριο με καρδιά βαριά όσο και το βήμα μου.
Η παγκόσμια κατάταξη άλλαζε ξανά. Κι όλες εμείς πέφταμε κατά μία θέση…

Θεσσαλονικέων Πόλις, τεύχος 03/26, Δεκέμβριος 2008

 

Επιστοφή στην κορυφή της σελίδας

Ευμορφία Καραμπατάκη