Ο μισητός περιζήτητος

Τον αποκαλούσαν «ο Θεός» -Der Gott. Ανέδειξε ή συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους μεταπολεμικά καλλιτέχνες, απέκτησε ορκισμένους εχθρούς και τυφλούς λάτρεις –που συχνά, περνούσαν από τη μία κατηγορία στην άλλη-, πολλοί του χρωστούσαν την καρριέρα τους και άλλοι τόσοι τον καταποντισμό της.
         Φέτος τον Ιούλιο συμπληρώνονται δεκαέξι χρόνια από το θάνατό του. Γεννήθηκε στο Ζάλτσμπουργκ τον Απρίλιο του 1908, είχε μακρινή ελληνική ρίζα αλλά αυστριακό τίτλο ευγενείας. Ύστερα από μία αμφιλεγόμενη νιότη, που τον ενέπλεξε ακόμη και με το ναζιστικό κίνημα –για την οποία πλήρωσε- ανελίχθηκε σε δεσπόζουσα φυσιογνωμία του διεθνούς καλλιτεχνικού στερεώματος, σημείο αναφοράς, μέντορα, «αυτοκράτορα». Μικρός το δέμας αλλά επιβλητικός, με κατατομή μεταλλίου –μερικοί τον μπέρδευαν μόνιμα με τον Λέοναρντ Μπέρνστάϊν-, είχε μια έντονα κοσμική ζωή πέρα από την καλλιτεχνική. Σχετίστηκε και παντρεύτηκε με γυναίκες κατά κανόνα πολύ νεώτερές του, με προτίμηση στις εντυπωσιακές ξανθές, ή λειτούργησε γ’ αυτές ως Πυγμαλίων –αν τύχει να δείτε καμιά από τηις δυσεύρετες φωτογραφίες της Αν Σοφί Μούτερ πριν από τη «μεταμόρφωσή» της, θα καταλάβετε.
         Αγαπούσε την ταχύτητα και την απολάμβανε. Έτρεχε ερασιτεχνικά σε ράλυ, συναναστρεφόταν διάσημους οδηγούς της Φόρμουλα Ένα, κυβερνούσε αεροσκάφος, οι δε κάτοικοι του Ζάλτσμπουργκ διηγούνται ότι κάποτε τους ξύπνησε αξημέρωτα η πτήση ενός υπερηχητικού πάνω από τη γαλήνια μικρή τους πόλη, και η Άννα Τόμοβα-Σίντοφ ισχυρίζεται πως ήταν εκείνος που πιλοτάριζε το Κονκόρντ! Δυστυχώς, αυτή του η αγάπη για την ταχύτητα συχνά τον εγκατέλειπε επάνω στο πόντιουμ, με αποτέλεσμα το τέμπο που επέλεγε ενίοτε να αφαιρεί αρκετή από την απόλαυση του έργου –όπως, π.χ. στο «Ρέκβιεμ» του Βέρντι.

         Αν δεν το έχετε καταλάβει μέχρι τώρα, μιλώ για τον Χέρμπερντ φον Κάραγιαν.
         Τον βλέπω σε φωτογραφία της ηχογράφησης για το Τριπλό Κοντσέρτο του Μπετόβεν, περιστοιχισμένο από τους Άντρυ, Ροστροπόβιτς, Ρίχτερ και Όϊστραχ, και σκέφτομαι, αυτή είναι dream team!
         «Διηύθυνε» απολυταρχικά τη Φιλαρμονική της Βιέννης, του Βερολίνου και όλες τις ορχήστρες με τις οποίες κατά καιρούς συνεργάστηκε, γεγονός που προκαλούσε την μήνιν των μουσικών  και την αναγκαστική παραίτηση του ίδιου (κάτι που έπαθε πρόσφατα και ο Ρικάρντο Μούτι με τη Σκάλα του Μιλάνου). Είναι γνωστό το ανέκδοτο, όταν, μπαίνοντας στο αυτοκίνητό του μετά τη θυελλώδη του αποχώρηση από το Βερολίνο, ο σοφέρ του τον ρώτησε «πού πηγαίνουμε;» και ο αγέρωχος φον Κάραγιαν απάντησε: «Όπου να’ ναι, με θέλουν παντού!» (εκτός από εκεί όπου ήθελε ο ίδιος να βρίσκεται…)

       Ευτυχώς, πρόλαβε να πεθάνει λίγο πριν από την έκρηξη που παγκόσμιου σκανδαλοθηρικού Τύπου, διότι, σίγουρα, θα ήταν μία από τις αγαπημένες του φιγούρες. Ανήκει όμως σε μια εποχή όπου, το να ντύνεται sur mesure, να οδηγεί αγωνιστικά αυτοκίνητα και υπερηχητικά αεροπλάνα, να νυμφεύεται νεώτερές του καλλίπυγες κυρίες ή να τις περιβάλλει με την υποστήριξή του, αντιμετωπιζόταν ακριβώς σαν αυτό που είναι: την σφαίρα του ιδιωτικού. Όταν ακόμη, η περιέργεια, ως καταδικαστέα, δεν ενθαρρυνόταν, διότι το κοινό (σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σήμερα) δεν έχει δικαίωμα να ξέρει για τη ζωή του Α περισσότερο απ’ ό,τι για τη ζωή του γείτονα –χωρίς να θίξουμε την ποκιλότροπη παραβίαση και της δικής του ιδιωτικότητας. Όταν τίποτε απ’ όλα αυτά –πέρα φυσικά από το ασυγχώρητο νεανικό αμάρτημα- δεν μπορούσε να αναιρέσει ή να αμαυρώσει μία τεράστια πολιτιστική προσφορά.  

Close Up, Ιούλιος 2005

 

Επιστοφή στην κορυφή της σελίδας

Ευμορφία Καραμπατάκη