Βραβείο Γκονκούρ
Ο Εντμόν Γκονκούρ δεν υπήρξε μεγάλος λογοτέχνης, ήταν όμως καλός συγγραφέας και κυρίως άριστος γνώστης της λογοτεχνίας και των τεχνών της εποχής του. Διαθέτοντας ο ίδιος μια αξιόλογη περιουσία, συγκέντρωνε τακτικά στην παρισινή του σοφίτα τους φίλους του. Οι φίλοι εκείνοι ονομάζονταν Μπαλζάκ, Μπωντλέρ, Γκωτιέ, Φλωμπέρ, Μωπασάν, Ουισμάνς, Τουργκένιεφ, Ζολά… Μία πραγματική λογοτεχνική «dream team» του 19ου αιώνα, ή μάλλον μία «μικτή ελπίδων», εφόσον κανένας τους δεν είχε γίνει ακόμα δεκτός στη Γαλλική Ακαδημία, όπου δέσποζαν οι καταξιωμένοι Βικτόρ Ουγκώ και Σατωμπριάν. Ο Εντμόν όμως πίστευε ότι η αληθινή ζώσα λογοτεχνία της εποχής του και η μόνη άξια λόγου Ακαδημία ήταν ο πυρήνας της παρισινής του σοφίτας. Έτσι, στη διαθήκη του αφιέρωνε την περιουσία του στη δημιουργία της «Ακαδημίας Γκονκούρ». Τα δέκα μέλη της, επαγγελματίες συγγραφείς, στο εξής θα συγκεντρώνονταν κάθε μήνα σ’ ένα εστιατόριο για να συζητούν περί λογοτεχνίας. Θα λάμβαναν μία επιχορήγηση και κάθε χρόνο θα επέλεγαν το καλύτερο μυθιστόρημα. Το βραβείο θα συνοδευόταν από μία σημαντική χρηματική αμοιβή (5.000 φράγκα της εποχής), με την οποία ο νικητής θα μπορούσε να ζήσει άνετα επί ένα χρόνο, ώστε να αφοσιωθεί στην τέχνη του χωρίς βιοτικές μέριμνες).
Έτσι δημιουργήθηκε το περίφημο Βραβείο Γκονκούρ, το παλαιότερο λογοτεχνικό τρόπαιο, από τα πλέον περίλαμπρα και… αποτελεσματικά ως προς τις πωλήσεις. Το βραβείο απονέμεται ανελλιπώς από τον 19ο αιώνα μέχρι της μέρες μας, με μία μικρή εξαίρεση το 1914, λόγω της κήρυξης του Α! Παγκοσμίου Πολέμου (απονεμήθηκε ωστόσο αναδρομικά το 1916 στον Αντριέν Μπερτράν για «Το κάλεσμα του χώματος»). Κι επειδή το επίπεδο είναι θέμα ανθρώπων, κάποιοι από τους κατά καιρούς βραβευθέντες υπήρξαν: ο Μαρσέλ Προυστ, το 1918 με τον δεύτερο τόμο της «Αναζήτησης του χαμένου χρόνου», «Στη σκιά των ανθισμένων κοριτσιών» (γεγονός που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, εφόσον εν καιρώ πολέμου επιβραβευόταν το έργο ενός ντιλετάντη του καλού κόσμου, αφιερωμένο σε… αισθηματικές ανησυχίες. (Λίγο νωρίτερα, είχε βραβευτεί «Η Φωτιά» του Ανρί Μπαρμπύς, καθαρά πολεμικό δράμα, οπότε ίσως η επιτροπή θέλησε να θυμηθεί και να θυμήσει ευτυχέστερους καιρούς). Βραβευθείς επίσης, και ο Αντρέ Μαλρώ, με το εμβληματικό «Η ανθρώπινη μοίρα», ή η Μαργκερίτ Ντυράς με την παγκόσμια επιτυχία της «Ο εραστής».
Αλλά και τα ονόματα που κατά καιρούς στελέχωσαν την επιτροπή εντυπωσιάζουν εξίσου: Κολέτ, Ζαν Τζιονό, Σασά Γκιτρύ, Ραϊμόν Κενώ, Λουίς Αραγκόν, ή πιο πρόσφατα Μπερνάρ Πιβώ, Μισέλ Τουρνιέ, Χόρχε Σενμπρούν… Τα μέλη της επιτροπής είναι δέκα, ισόβια (πλην της περίπτωσης παραιτήσεως), προσφέρουν τις υπηρεσίες τους εθελοντικά και συνεδριάζουν πάντα την πρώτη Τρίτη κάθε μήνα… γευματίζοντας στο ετσιατόριο «chez Drouant», το οποίο τους διαθέτει ειδική αίθουσα, τη salle Goncourt. Το βραβείο απονέμεται στην πανηγυρική συνεδρίαση της δεύτερης Δευτέρας του Νοεμβρίου. Κάθε μέλος έχει το δικό του σερβίτσιο, όπου αναγράφονται τα ονόματα όλων των προκατόχων του (αξίζει να σημειωθεί ότι το σερβίτσιο με τα λιγότερα ονόματα κατέχει ήδη πάνω από είκοσι χρόνια η συγγραφέας Φρανσουάζ Μαλλέ-Ζορίς: είναι μόλις η τρίτη χρήστις!).
Το αστείο πάντως είναι πως το χρηματικό έπαθλο δεν έχει αλλάξει από την εποχή του το θέσπισε ο Εντμόν Γκονκούρ, δηλαδή με τα σημερινά δεδομένα ανέρχεται στα… 10 ευρώ! Εδώ και χρόνια, οι βραβευθέντες απλώς κορνιζάρουν την επιταγή, γνωρίζοντας ότι το κύρος του βραβείου θα τους αποφέρει υπερπολλαπλάσια, λόγω πωλήσεων! (Από ένα τιράζ 2.000-3.000 περνούν στο ιλιγγιώδες 500.000, με ό,τι αυτό συνεπάγεται!).
Το φετινό Γκονκούρ (αφού αποκλείστηκε από την τελική πεντάδα το πολυσυζητημένο «Η αυγή, το βράδυ ή η νύχτα» της Γιασμίνα Ρεζά με «ήρωα» τον Νικολά Σαρκοζί), απονεμήθηκε στο «Αλαμπάμα Σονγκ» του Ζυλ Λερουά. Πρόκειται για μια μυθιστορηματική βιογραφία της Ζέλντα Φιτζέραλντ, συζύγου του συγγραφέα Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (κάτι που ο πολύς Μπερνάρ Πιβώ συνέκρινε, κάπως υπερβολικά ίσως, με τη «Μαντάμ Μποβαρύ» του Φλωμπέρ. Συμπτωματικά (;), την ίδια ηρωίδα επέλεξε και ο Ιταλός συγγραφέας Πιέτρο Τσιτάτι για το μυθιστόρημά του «Ο θάνατος της πεταλούδας»).
Η άτυχη γυναίκα, που πέθανε στην πυρκαγιά του ψυχιατρικού ιδρύματος όπου νοσηλευόταν, παρουσιάζεται σαν ένα καταπιεσμένο από τον διάσημο σύζυγό της συγγραφικό ταλέντο. Ο Λερουά χρησιμοποιεί πρωτοπρόσωπη αφήγηση, λέγοντας ότι ταυτίστηκε με τη Ζέλντα Φιτζέραλντ, διότι, όπως αυτή, κατά τη νεότητά του αναγκάστηκε να καταπνίξει το συγγραφικό του τάλαντο εξαιτίας ενός καταστροφικού έρωτα… Ίσως να είναι αλήθεια, ίσως να πρόκειται για μία από τις ωραίες επινοήσεις με τις οποίες οι καλλιτέχνες συνοδεύουν ενίοτε τα δημιουργήματά τους. Όπως και να’ χει, ο Ζιλ Λερουά βρήκε τη διέξοδο ώστε να φτάσει μέχρι και τη λογοτεχνική καταξίωση, κάτι που η ηρωίδα του δεν κατόρθωσε.
Μακεδονία της Κυριακής, 9/12/2007