Ερμηνευτική προσέγγιση ενός διηγήματος

Της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου

Η μουσική για τους τέσσερις νέους του διηγήματος Η Τζέσυ Νόρμαν στην Επίδαυρο- Μία παραπλανητική ιστορία (σ. 93-102) είναι το παν, είναι η υπεράνω των ατόμων πραγματικότητα∙ εδώ υπάρχει ως πρόσωπο, ως θεότητα (με τη μορφή της Τζέσυ Νόρμαν, της διάσημης ντίβας της όπερας) προς την οποία οι νέοι απευθύνονται χρησιμοποιώντας όρους λατρείας. Η έκφραση της λατρείας τους πρόκειται να κορυφωθεί στη σχεδόν τελετουργική πράξη της ομαδικής ακρόασης του ινδάλματός τους στην Επίδαυρο, παρά τις ενυπάρχουσες αντικειμενικές δυσκολίες.
Για ένα διάστημα, ο ρυθμός της ομάδας των νέων είναι πιο έντονος απ’ ό,τι συνήθως, καθώς γίνεται προσπάθεια να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα εισιτήρια. Η μη συμμετοχή στην ομαδική παρακολούθηση της συναυλίας θα σήμαινε τη διατάραξη της ενότητας που απαιτείται για τη διατήρηση των πραγματικών και φαντασιακών όρων ύπαρξης της ομάδας.
Η μουσική επομένως αντιπροσωπεύει από τη μία την υπερ-τοπική πραγματικότητα μέσα στην οποία οι τέσσερις νέοι υπάρχουν και λειτουργούν ως ομάδα, και από την άλλη το σύνολο των υλικών όρων της κοινωνικότητάς τους. Η συναυλία αποτελεί κατά συνέπεια το ιδεολογικό επίπεδο στο οποίο αναπαρίστανται οι όροι αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων∙ οι όροι όμως αυτοί αναπαρίστανται με τρόπο αντίστροφο, φετιχιστικό, μυθικό. Δεν είναι οι νέοι πλέον που «κυνηγούν» το εισιτήριο της συναυλίας∙ είναι η συναυλία που τους παρέχει το «εισιτήριο», δηλαδή το μέσο για να μπορέσουν να συνυπάρξουν και να επικοινωνήσουν. Αντίθετα από τα άτομα, η μουσική είναι παντοτινή και πάντα παρούσα.
Αλλά η μουσική δεν αποτελεί μόνον ένα σύστημα αναπαραστάσεων, αποτελεί ταυτόχρονα και μία κοινωνική πρακτική που παίζει βασικό ρόλο στην ίδια τη συντήρηση της ομάδας. Θα προσπαθήσω να δείξω με ένα παράδειγμα τη λειτουργία που επιτελεί η συμβολική αυτή πρακτική στο πλαίσιο της αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων. Το παράδειγμά μου αναφέρεται στη δραστηριότητα που αναπτύσσεται μέσα στην ομάδα λόγω της επικείμενης έλευσης στην Επίδαυρο της Τζέσυ Νόρμαν («ο θόρυβος γύρω από την έλευση της Τζέσυ Νόρμαν είχε αρχίσει να φουντώνει», σ. 96). Κατά τη διάρκεια της προσμονής (πρόκειται για την πραγματοποίηση ενός «ονείρου ζωής»∙ «πόσες φορές θα σου συμβεί ν’ ακούσεις ζωντανά τη Τζέσυ Νόρμαν;» σ. 94) η ομάδα εντατικοποιείται, κάνει συνεννοήσεις, προσπαθεί να κλείσει θέσεις, εκδηλώνει ενεργά την αγάπη της για τη μουσική. Η πρακτική αυτή οδηγεί σε μια εντατικοποίηση, σε μία πρόσθετη εργασία που ενισχύει την κοινωνικότητα. Η επικοινωνία φτάνει σε εξαιρετικά επίπεδα και μετατρέπει την καθημερινή ζωή σε πανηγύρι. Πρόκειται για μια συμβολική διαδικασία η οποία έχει ως στόχο να αναζωογονήσει την ομάδα, να απομακρύνει τις αντιθέσεις. Η συνεργασία και η αμοιβαιότητα εντείνονται, οι «μικροί καυγάδες και οι μεγάλες ανασφάλειες» (σ. 95) στο εσωτερικό της ομάδας μειώνονται, δίχως φυσικά να εξαλείφονται, ενώ η προσδοκία να βρεθούν πάλι όλοι μαζί («θα είναι και μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να βρεθούμε πάλι όλοι μαζί», σ. 94), πράγμα που συνέβαινε παλιότερα, σε ένα «μυθικό χρόνο» (σ. 95), προετοιμάζει τη συμμετοχή και την ενότητα όλων των ατόμων.
Με λίγα λόγια, η πρακτική της ακρόασης της συναυλίας, με όλες τις υλικές, ιδεολογικές, συναισθηματικές και αισθητικές της πλευρές, προβάλλει τις θετικές πλευρές των κοινωνικών σχέσεων και δίνει τη δυνατότητα να παραμεριστούν προσωρινά (δίχως να αρθούν) οι αντιφάσεις που διέπουν αυτές τις σχέσεις. Πρόκειται για μια εργασία πάνω στις αντιφάσεις («όλοι μαζί δεν ήξεραν τι τους φταίει», σ. 95) που καθορίζονται από τη δομή των κοινωνικών σχέσεων∙ εργασία που αποτελεί έναν από τους βασικούς όρους της διατήρησης αυτών των σχέσεων. Η πρακτική της παρακολούθησης της συναυλίας είναι ταυτόχρονα υλική και ιδεολογική. Αλλά και εδώ πάλι η κοινωνική πρακτική εμφανίζεται ανεστραμμένη και βιώνεται με τρόπο φετιχιστικό. Η συντελεσμένη αρμονία, η θαυμαστή σύμπνοια, η ευτυχία, που είναι προϊόντα της ευρύτερης συνεργασίας, της βαθύτερης αμοιβαιότητας, της συναισθηματικής κοινότητας, και απορρέουν από τις ίδιες τις σχέσεις των νέων μεταξύ τους κατά τις εξαιρετικές αυτές περιστάσεις, αναπαριστάνονται και βιώνονται ως αποτέλεσμα και απόδειξη της εγγύτερης παρουσίας της μουσικής, και ειδικότερα της Τζέσυ Νόρμαν, του «φανταστικού» αυτού όντος που προσωποποιεί την ενότητα της ομάδας και τους ίδιους τους όρους της λειτουργίας της.
Η μουσική συνεπώς δεν αποτελεί για τους τέσσερις νέους μια φαντασιώδη περιοχή σκιών, που προβάλλονται στην επιφάνεια της συνείδησής τους από μία πραγματικότητα που υπάρχει από μόνη της, καθ’ εαυτή, στέρεη, υλική –την πραγματικότητα των κοινωνικών τους σχέσεων κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης μίας συναυλίας. Χωρίς να αποτελούν την παθητική και φαντασματική αντανάκλαση μιας πραγματικότητας που υπάρχει κάπου αλλού, η μουσική και η αναπαραστάσεις της αντλούν την υπόσταση και τη δραστικότητά τους από το γεγονός ότι είναι παρούσες στον κρυμμένο σύνδεσμο που υπάρχει ανάμεσα στη συναυλία της Τζέσυ Νόρμαν από τη μία, και τα κοινωνικά επίπεδα που της αντιστοιχούν από την άλλη.
Παρά το γεγονός ότι η μουσική και οι αναπαραστάσεις της φαινομενικά στρέφονται προς φαντασιακά όντα και σχέσεις που υπερβαίνουν την ανθρώπινη κοινωνία και αποτελούν ιδεατότητες δίχως υλικό αντικείμενο, στην πραγματικότητα παραπέμπουν εδώ στις εσωτερικές πλευρές της ομάδας, στον αόρατο δεσμό που συναρθρώνει τις κοινωνικές σχέσεις σε ένα σύνολο αναπαραγόμενο, δηλαδή σε μια κοινωνία. Αυτό που παρουσιάζεται στη συνείδησή τους και εμφανίζεται με τα γνωρίσματα και τις ιδιότητες της μουσικής, στην πραγματικότητα είναι αυτός ακριβώς ο αόρατος δεσμός στο εσωτερικό της ομάδας τους.
Όταν οι τέσσερις νέοι, ως ομάδα, απομακρύνουν, αμβλύνουν, κατά το δυνατό, τις αντιφάσεις και τις εντάσεις που προκύπτουν κατ’ ανάγκη από την ίδια τη δομή των κοινωνικών σχέσεων, με το να ενωθούν για να πραγματοποιήσουν το όνειρο της ζωής τους, ν’ ακούσουν ζωντανά την Τζέσυ Νόρμαν –μια μητρική φιγούρα, στην προκειμένη περίπτωση, μία προστάτιδα και απότροπο όλων των κακών-, επενεργούν πάνω σε αυτήν ακριβώς την ενότητα, δηλαδή πάνω στους ίδιους τους εαυτούς τους, στους ιδεολογικούς όρους λειτουργίας της ομάδας τους.
Η μουσική, ως θεωρία και πράξη, εστιάζεται στο σημείο όπου οι κοινωνικές σχέσεις συναρθρώνονται σε μια ολότητα η οποία πρέπει να αναπαραχθεί ως τέτοια. Αποτελεί ταυτόχρονα μια μορφή εμφάνισης αυτής της συνάρθρωσης και μια μορφή επενέργειας πάνω της. Αποτελεί ταυτόχρονα αναπαράσταση και δράση οι οποίες έχουν την εξής ιδιομορφία: την ίδια στιγμή που η συνάρθρωση αυτή παρουσιάζεται στη συνείδηση και προσφέρεται στη δράση, γίνεται αντικείμενο θεωρητικής παραγνώρισης και απατηλός στόχος της πρακτικής δράσης. Παρούσα και ταυτόχρονα κρυμμένη μέσα στον τρόπο που εμφανίζεται, η αθέατη συναρμογή των κοινωνικών σχέσεων –η εσωτερική τους βάση και μορφή- γίνεται ο «τόπος» όπου αλλοτριώνονται οι νέοι, όπου οι πραγματικές σχέσεις μεταξύ τους εμφανίζονται ανεστραμμένες, φετιχιστικές.
Ένας-ένας οι «ένοχοι» της αποτυχίας του εγχειρήματος, οι υπαίτιοι για τη μη πραγματοποίηση του σχεδίου τους να παρακολουθήσουν, ως μία παρέα φιλοτέχνων, τη συναυλία του ινδάλματός τους, της Τζέσυ Νόρμαν, στην Επίδαυρο, (ο Κυριάκος, η Μάγδα, ο Δανιήλ, η Ειρήνη) εγκαταλείπονται μόνοι («χωρίς την παρέα δεν άξιζε τον κόπο», σ. 102). Στην ίδια τη μουσική αφήνεται η επιβολή της τιμωρίας για τις σοβαρές παραβάσεις των κανόνων της κοινωνικής ύπαρξης και παρουσίας της ομάδας («και σαν αποκορύφωμα, μεγάλη κυριακάτικη εφημερίδα κυκλοφόρησε με συνέντευξη της Τζέσυ Νόρμαν, όπου αναφερόταν πως στην Επίδαυρο θα τραγουδούσε αποκλειστικά θρησκευτικές συνθέσεις του Ντιούκ Έλλινγκτον. Τώρα την πατήσαμε, είπαν και οι τρεις μουδιασμένα», σ. 98). Ενώ δηλαδή στην πραγματικότητα η ίδια η ομάδα έχει καταδικάσει τον εαυτό της, τα πάντα εκτυλίσσονται σα να είναι η μουσική που την τιμωρεί. Βρισκόμαστε μπροστά σε μία διαδικασία φετιχισμού των κοινωνικών σχέσεων, αντιστροφής δηλαδή του αιτίου και του αιτιατού. Η τελική φράση του διηγήματος ανήκει στη Τζέσυ Νόρμαν («Η γαλήνη μου έχει χαθεί, η καρδιά μου είναι βαριά», σ. 102)

Περιοδικό Αντί, 11 Ιουλίου 2003

Επιστοφή στην κορυφή της σελίδας

Ευμορφία Καραμπατάκη