«Δυνατά χαρτιά»
Έχω έναν φίλο από τα φοιτητικά χρόνια, ο οποίος έτρεφε πάντα λογοτεχνικές φιλοδοξίες. Άρχισε την πορεία του αντιστρόφως, δημοσιεύοντας βιβλιοκριτικές σε εφημερίδες, η μοίρα όμως τον κατάντησε διπλωμάτη σε χώρα του Αραβικού Κόλπου. Θα μου πείτε: «τι το καλύτερο; Μέχρι νομπελίστα έχει βγάλει ο κλάδος, και μάλιστα συμπατρώτη μας!». Ο φίλος μου ωστόσο δεν βλέπει έτσι το ζήτημα, πνιγμένος κάθε μέρα από επαγγελματικές υποχρεώσεις, ενώ θεωρεί απαραίτητο για την έλευση της πολυπόθητης έμπνευσης, το να περιβάλλεται από βορειοευρωπαϊκές ομίχλες και κρύα (προφανώς οραματίζεται ένα σάγκα à l`ancienne mode). Καθώς όμως η μόνη ομίχλη που βλέπει από το παράθυρό του είναι αυτή της επερχόμενης αμμοθύελλας, έχει πλέον απελπιστεί πως το λογοτεχνικό του όνειρο βρίσκεται πλέον τόσο μακριά όσο και η Σκανδιναβία… Αυτό βέβαια δεν τον εμποδίζει να αποτελεί πηγή έμπνευσης για θεράποντες της γραφής, όπως εγώ, ιδίως όταν εν πλήρει αφελεία (όση τέλος πάντων μπορεί να διαθέτει ένας διπλωμάτης), διανθίζει τη ροή του λόγου του με φράσεις όπως «το φαγητό στα ανάκτορα δεν είναι σπουδαίο», ή «δεν καταλαβαίνω την τελευταία μόδα, να στολίζουν το σήμα των αυτοκινήτων με Σβαρόφσκι» (ελπίζω να μην προκληθεί… διπλωματικό επεισόδιο επειδή το αποκαλύπτω).
Έτσι, κάθε φορά που επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη για να δει οικογένεια και φίλους, έχουμε πάντα την ίδια συζήτηση. Αφού πάμε σε κάποιο εστιατόριο του κέντρου με θέα στη θάλασσα (εφόσον το «Όλυμπος Νάουσα» των φοιτητικών χρόνων ανακαινίστηκε αλλά ουδέποτε επαναλειτούργησε), εκείνος αρχίζει τη γνωστή του γκρίνια, κι εγώ αρχίζω τη γνωστή επιχειρηματολογία.
Του λέω ότι ο Σταντάλ είχε ακολουθήσει το Ναπολέοντα στην εκστρατεία κατά της Ρωσίας, αλλά το πώς αναφέρεται στην αλληλογραφία του σ’ αυτή την εμπειρία είναι σχεδόν βαρετό. Αντιθέτως, όταν στο «Μοναστήρι της Πάρμας» περιγράφει την μάχη του Βατερλώ, -όπου δεν παρέστη-, μας δίνει μία από τις πιο εμβληματικές σκηνές στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Του λέω ότι το φαινόμενο της «λογοτεχνικής ενόρασης», -όταν δηλαδή γράφεις για κάτι που δεν γνωρίζεις και κάποτε, εκ των πραγμάτων, διαπιστώνεις πως η φαντασία σου επαληθεύεται από την πραγματικότητα-, είναι υπαρκτό: το έχουν ζήσει πολλοί, μαζί και η παλιά του συμφοιτήτρια.
Του λέω ακόμη για το πόσο παρεξηγημένη ή ίσως υπερτιμημένη λέξη και έννοια είναι η έμπνευση. Ότι χρειάζεται δουλειά, δουλειά, δουλειά κι αυτήν δεν μπορεί να την κάνει άλλος στη θέση σου. Ότι χρειάζεται ακόμη οξυδέρκεια, καλό γούστο και αυστηρότητα με τον εαυτό σου: ένα να γράφεις και να σβήνεις δύο.
Του λέω ακόμη για μία δημοσιογραφική έρευνα που διεξήχθη πριν από μερικά χρόνια, σχετικά με τον ιδανικό χώρο συγγραφής. Άλλος απαντούσε το παλιό του φοιτητικό δωμάτιο σε πόλη του εξωτερικού, άλλος το σπίτι της Παπαδιαμαντικής «Φόνισσας» αλλά με σύνδεση Ίντερνετ, άλλος ένας ουρανοξύστης στη Νέα Υόρκη ή ένας κήπος σε εξοχική κατοικία. Είχα ερωτηθεί κι εγώ και πραγματικά δεν ήξερα τι να απαντήσω, διότι εκείνο που μου έλεγε η εμπειρία μου είναι ότι ιδανικές συνθήκες δεν υπάρχουν∙ όταν σε συνεπαίρνει εκείνη η μαγική στιγμή όπου θέλεις να γράψεις, δεν έχει σημασία το πού βρίσκεσαι, διότι όλα γύρω σου εξαφανίζονται. Αλλά υπάρχει και το αντίθετο: τις ελάχιστες, αλοίμονο, φορές, όπου βίωσα τις «ιδανικές συνθήκες», με το τέλειο σπίτι, τη θάλασσα μπροστά για κολύμπι, την θαυμάσια θέα και την πανευτυχή ζωή, τότε ήταν που δεν μπορούσα να γράψω (με) τίποτα! Είτε η τόση ομορφιά με παρέλυε, είτε –κάτι ακόμη πιο βλάσφημο-, η τόση ευτυχία ίσως να μην χρειαζόταν την τέχνη, ή τουλάχιστον τη δημιουργία της…
Τέλος, του λέω ότι ο Μπαλζάκ υπήρξε πάντα οικονομικά κατεστραμένος, παρ’ όλα αυτά, στα έργα του οι ήρωες πλουτίζουν εύκολα, χάρη σ’ ευφυή επιχειρηματικά σχέδια ή πλεκτάνες. Όπως έγραψε και ο ίδιος ο διπλωμάτης φίλος μου σε μία από τις ελάχιστες κριτικές που πρόλαβε να δημοσιεύσει ως φοιτητής, τα μόνα «δυνατά χαρτιά» του Μπαλζάκ, ήταν απλώς τα βιβλία του! Του το θύμησα… διπλωματικά προκειμένου να τον ενθαρρύνω λιγάκι, χωρίς ωστόσο να είμαι σίγουρη ότι τα κατάφερα…
Έτσι, ο απελπισμένος διπλωμάτης επιστρέφει πάντα, περιμένοντας να μετατεθεί σε κάποια χώρα με βορειοευρωπαϊκές καιρικές συνθήκες, ή περιμένοντας λόγω των κλιματικών αλλαγών, οι βορειοευρωπαϊκές καιρικές συνθήκες να μεταφερθούν στις χώρες του Αραβικού Κόλπου, ώστε να πραγματοποιήσει το παλιό λογοτεχνικό του όνειρο. Στο μεταξύ, πίσω στην «εξωτική» Θεσσαλονίκη, η παλιά του συμφοιτήτρια, εκμεταλλεύεται ανενδοίαστα συγγραφικά εκείνον και τις εμπειρίες του για τα κείμενά της…
(Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων: δεν είμαστε συνομίληκοι του Σταντάλ και του Μπαλζάκ. Η γνώση μας γι’ αυτούς ανάγεται… στα φοιτητικά μας χρόνια.)
Θεσσαλονικέων Πόλις, τεύχος 06/29, Σεπτέμβριος 2009