Η εκδίκηση του Ντα Πόντε
Το αεροπλάνο θα έφευγε στις 6 το απόγευμα από το Ζάλτσμπουργκ, αλλά η καταρρακτώδης βροχή με είχε αποκλείσει στο ξενοδοχείο. Μοναδική μου συντροφιά, τα προγράμματα των παραστάσεων του φεστιβάλ του είχα παρακολουθήσει, η ισπανική Βογκ εκείνου του μήνα, την οποία είχα μάθει απέξω, και τα απομνημονεύματα του Λορέντζο ντα Πόντε σε γαλλική μετάφραση. Ο Ντα Πόντε, λιμπρεττίστας του Μότσαρτ σε τρεις από τις γνωστότερες οπερατικές του επιτυχίες –«Οι Γάμοι του Φίγκαρο», «Ντον Τζιοβάνι» κι «Έτσι κάνουν όλες»- θα μπορούσε από τον πολυτάραχο βίο του να συγγράψει άπειρα μυθιστορήματα ή να εμπνεύσει άλλα τόσα (και όντως, τη χρονιά εκείνη ανέβαινε στο Φεστιβάλ κάποιο θεατρικό με τίτλο «Ο Ντα Πόντε στη Σάντα Φε»). Παραδόξως, όμως, τα «Απομνημονεύματα» -τα οποία εναγωνίως αναζητούσα επί καιρό-, αποδείχτηκαν άκρως απογοητευτικά. Πώς ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος με τόσο ακραία ζωή να την μετέφερε τόσο ανιαρά –πράγμα ακόμη πιο περίεργο εφόσον επρόκειτο για έναν επαγγελματία της γραφής; Η μόνη εξήγηση ήταν ότι θέλησε να ωραιοποιήσει τα πράγματα, «σβήνοντας» πολλά μελανά σημεία (δυστυχώς για εκείνον βέβαια, ο σχολιαστής της έκδοσης φρόντιζε να μας ενημερώνει για την αλήθεια).
Ανάμεσα σε 382 βαρετές σελίδες, όμως, ο Ντα Πόντε διηγείται και ένα αληθινά νόστιμο –κυριολεκτικά και μεταφορικά- περιστατικό.
Χρόνια μετά τη μυθική του συνεργασία, βρίσκεται στη Ν. Υόρκη.
Ο 19ος αιώνας κυλά ήδη, ο Μότσαρτ έχει πεθάνει, η Γαλλική Επανάσταση έδωσε τη θέση της στην Παλινόρθωση, τον ρομαντισμό και το Μπίντερμάϊερ και ο ήρωάς μας παρασύρεται από τη δίνη των γεγονότων χωρίς περιττές νοσταλγίες για ένα παρελθόν που ούτε καν αντιλαμβάνεται πόσο ένδοξο υπήρξε. Βιοπορίζεται άλλοτε με το εμπόριο (όπου το επιχειρηματικό του δαιμόνιο είναι αντιστρόφως ανάλογο του καλλιτεχνικού) και άλλοτε διδάσκοντας τη μητρική του γλώσσα, τα ιταλικά. Η πατρίδα του όμως, ρευστά συγκροτημένη πολιτικά, οικονομικά ανίσχυρη και γλωσσικά διαιρεμένη, αντιμετωπίζεται με γενικευμένη ειρωνεία, ή, στην καλύτερη περίπτωση, με συγκατάβαση λόγω της παλιάς της δόξας και την Αρχαιότητα και την Αναγέννηση. Εκείνος, με στιβαρή κλασική παιδεία, τόσο υπερήφανος για την πνευματική του κληρονομιά όσο και σεμνός για το δικό του έργο, παίρνει εντελώς… πατριωτικά το ζήτημα της προβολής και της διάδοσης της ιταλικής γλώσσας και κουλτούρας. Ο μοναχικός του αγώνας εναντίον όλων, όπως τον διηγείται, είναι, αν μη τι άλλο, συγκινητικός…
Κάποια μέρα λοιπόν, συμπίπτει σε μία ομήγυρι με έναν Ισπανό, έναν Γάλλο, έναν Γερμανό κι έναν Αμερικανό, όπου ο καθένας εξυψώνει τον δικό του πολιτισμό. Για τον Ισπανό, ο «Δον Κιχώτης» ήταν το διαμάντι της παγκόσμιας λογοτεχνίας, για τον Γάλλο ο Βολταίρος αξεπέραστος, ο Γερμανός υποκλινόταν μπροστά στον Κλόπστοκ και τον Γκαίτε ενώ ο Αμερικανός εκθείαζε τις νουβέλες του Κούπερ και την «Κολομβιάδα». Προσπαθώντας να μιλήσει για τις αντίστοιχες μορφές της Ιταλίας, «προσκρούει» σ’ έναν σαρδόνιο γέλωτα και τη διαβεβαίωση ότι από τη χώρα του το μόνο που αξίζει τον κόπο είναι «τα μακαρόνια με τυρί Πάρμας και το βοδινό α λα μοντ» (με λίγο σκόρδο, προσθέτει ο Γάλλος). Έτσι, ο Ντα Πόντε τους προσκαλεί σε δείπνο, ενώ τους ακούει να σχολιάζουν χαμηλόφωνα «πάμε να γελάσουμε». Το επόμενο βράδυ, οι καλεσμένοι του ξαναρχίζουν τις προσβολές τους: οι ακρότητες του Δάντη, οι ατασθαλίες του Πετράρχη, οι λογοκλοπές του Βοκάκιου, οι τρέλες του Αριόστο, η ξεπερασμένη ηδύτητα του Μεταστάζιο… Ο οικοδεσπότης Ντα Πόντε το υπομένει στωϊκά μέχρις ότου οι τραπεζοκόμοι σερβίρουν μακαρόνια με τυρί Πάρμας και βοδινό α λα μοντ. Στη θέα τους ο αμερικανός προσκεκλημένος αναφωνεί: «Μπράβο, σινιόρ Ντα Πόντε, ιδού ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η Ιταλία!». Καθώς όμως ο αμφιτρύων περίμενε κάτι παρόμοιο, είχε ειδοποιήσει τους τραπεζοκόμους του ν’ αποσύρουν αμέσως τα πιάτα και στη θέση τους να φέρουν δύο άλλα, γεμάτα… βραστό καλαμπόκι! «Και ιδού, ανταπαντά, ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η Αμερική!» Φυσικά, οι ιταλικές λιχουδιές δεν επανεμφανίστηκαν στο δείπνο, παρά τις διαμαρτυρίες των καλεσμένων…
Στην εποχή μας θ’ ακούσετε συχνά Ισπανούς να σας διαβεβαιώνουν πως η ηθοποιός Λουθία Μποσέ σε τίποτε δεν υπολειπόταν της Σοφίας Λόρεν, της Τζίνα Λολομπρίτζιντα, ακόμη και αυτής της Ζαν Μορώ, αλλά ας όψεται η φρανκική δικτατορία που της δυσχέρανε τη διεθνή καριέρα. Ότι το ελικόπτερο τάδε μοντέλου ή… η σφουγγαρίστρα ήταν εφευρέσεις συμπατριωτών τους, οι οποίοι, όμως, δυστυχώς, αμέλησαν να τα πιστοποιήσουν με αποτέλεσμα να χάσουν τα κέρδη και τη δόξα (ουπς! Ξαφνικά γίνομαι κι εγώ καυστική). Ομοίως, οι καρτερικοί Πορτογάλοι, δεκαετίες τώρα υπηρετικό προσωπικό των Δυτικοευρωπαίων, ανήγαγαν σε ζήτημα εθνικής σημασίας κάθε εκτός συνόρων τους συναυλία της Αμάλια Ροντρίγκεζ. Ακόμη και ο νομπελίστας Σαραμάγκου έχει πρόβλημα αποδοχής στην πολιτιστική υπερδύναμη Γαλλία, όπου διοργανώνονται συνέδρια με θέμα «Η πορτογαλική λογοτεχνία υπάρχει;». Φάντος, μελαγχολία, Μίσια, σαρδέλες, Σαλαζάρ, Φίγκο, Φράνκο, ταυρομαχίες, παέγια, όλε, Ρεάλ, φλαμέγκο, πίτσα, Αρμάνι, σπαγγέτι, Μπερλουσκόνι, Βερσάτσε, τα στερεότυπα και οι εύκολες αναφορές παραμένουν «βαθύρριζες» και «δυσμετάβλητες», όπως τις χαρακτήρισε πρόσφατα μία γραφίδα απείρως εγκυρότερη της δικής μου.
Έτσι λοιπόν, η δυτική απαξίωση και χλεύη δεν είναι ελληνικό προνόμιο, αλλά μάλλον κοινή μοίρα όλων ημών των νοτίων που είχαμε την ατυχία να περάσουμε μεγάλο διάστημα της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας μας σε ανέχεια και πολιτική αστάθεια. Οπότε, την επόμενη φορά που οι ποδοσφαιρικές και εν γένει αθλητικές μας επιτυχίες θα προκαλέσουν σωρεία ανθελληνικών- φιλελληνικών δημοσιευμάτων στην αλλοδαπή και ανάλογη σωρεία απολογητικών- επεξηγηματικών δημοσιευμάτων στην ημεδαπή, ας μην το πάρουμε προσωπικά- πατριωτικά, μολονότι μαντεύω ότι θα’ ναι δύσκολο (η μακαρίτισσα η συνονόματη γιαγιά μου, πρόσφυγας Ανατολικής Θράκης, συνήθιζε να λέει: «τον λόγο σου τον χόρτασα και το ψωμί σου φά’το»).
Οι ίδιοι λόγοι κόστισαν και σ’ εμάς συμπάθειες, ή τουλάχιστον έλειμμα σεβασμού. Θυμάμαι, για παράδειγμα, την Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ σε διάλεξή της στη Θεσσαλονίκη ν’ απαντά, με αφορμή τις ταραχές που είχε προκαλέσει γνωστό λήμμα λεξικού –θα θυμόσαστε την περίπτωση φαντάζομαι-, ότι η γενιά της αγωνίστηκε πολύ για να σβηστεί από τα αντίστοιχα γαλλικά λεξικά η απόδοση «Έλληνας» στο λήμμα «κλέφτης»! (Κάτι παρόμοιο είχε δηλώσει, αν θυμάμαι καλά, και ο Ζάχος Χατζηφωτίου, οπότε διανοούμενοι και πλέϊμπόϊς εκείνης της εποχής έδειχναν στρατευμένοι στον ίδιο αγώνα). Εφοπλιστές ή γκάσταρμπάϊτερ, για πολλά χρόνια δεν υπήρχε μέση οδός στο δυτικό φαντασιακό όσον αφορούσε εμάς. Γι’ αυτό τα περιοδικά «παίζουν» ξανά και ξανά την Κάλλας, τον Ωνάση, τη Μελίνα και τον Μάνο- στο ασπρόμαυρο που δίνει πάντα μία αχλύ μύθου.
Όμως τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι, ή τουλάχιστον δεν ήταν μόνον έτσι, κι εδώ έρχεται η λογοτεχνία να μας το θυμίσει. Πρόσφατες κυκλοφορίες, όπως το «Τσάϊ με τον Καβάφη» της Κατερίνας Καριζώνη ή «Ο καιρός των χρυσανθέμων» του Μάνου Ελευθερίου, διασώζουν μέσα από τις σελίδες τους έναν άλλο ελληνισμό, παροικιακό ή μη, πάντα όμως κοσμοπολίτικο με την παλιά έννοια του όρου, πολύγλωσσο, καλλιεργημένο, ισότιμο και ομοτράπεζο των δυτικών –διότι αυτοί είναι που ενδιαφέρουν-, δυστυχώς όμως, στην αρχή της φθοράς και της πτώσης του.
Βέβαια, τα τελευταία δέκα συν κάτι χρόνια, στην αρχή δειλά, κι ύστερα με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αφίχθηκαν όλα όσα κάποτε σήμαιναν την ειδοποιό διαφορά του «εδώ είναι Ελλάδα» με το «εκεί είναι Ευρώπη»: ιδιωτική ραδιοτηλεόραση, σάλαντ μπαρ, πιστωτικές κάρτες, εμπορικά κέντρα, κινητά τηλέφωνα… Ακόμη και οι νεότερες ηλικίες ομογενοποιήθηκαν εμφανισιακά και ενδυματολογικά, άρα οι όροι πλέον εξισώνονταν.
Σας έχει τύχει, πιθανώς, αγαπητή μου αναγνώστρια, να σας απευθύνουν στο εξωτερικό την αμφιβόλου ποιότητος φιλοφρόνηση ότι είστε πολύ ωραία για να είστε… Ελληνίδα. Ελπίζω ότι με τσαχπινιά ή με τσαμπουκά ή με συνδυασμό των δύο, θα δώσατε την δέουσα απάντηση.
Καθώς περίμενα το ταξί που θα με μετέφερε στο αεροδρόμιο, συζητούσα για το ρεσιτάλ της Τζέσυ Νόρμαν με τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου όπου καταλύουμε κάθε φορά που επικεπτόμαστε το φεστιβάλ. Η κουβέντα με εκείνο τον διακριτικό, καλλιεργημένο άνθρωπο ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, όμως εγώ, ανήσυχη, λόγω της κακοκαιρίας, την διέκοπτα κάθε τόσο για να ρωτήσω εάν υπήρχε περίπτωση να κλείσει το αεροδρόμιο. Εκείνος με καθησύχαζε ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει ούτε με πέντε μέτρα χιόνι, ωστόσο εγώ επανερχόμουν.
«Κυρία μου, φοβούμαι ότι διακατέχεστε από μεσογειακή καχυποψία».
«Μήπως εσείς διακατέχεστε από γοτθική αφέλεια;».
(Τελικά, κανείς δεν είναι άτρωτος στα στερεότυπα, αν και σίγουρα ο Ντα Πόντε θα ένιωθε περήφανος για μένα).
Ευτυχώς, το αεροπλάνο πρόλαβε να πετάξει το συγκεκριμένο απόγευμα, λίγο πριν πλημμυρίσει ολόκληρο το Ζάλτσμπουργκ, διακοπούν οι εκδηλώσεις και καταστραφεί η όπερα της Δρέσδης.
Close Up, Οκτώβριος 2004