Ηχολήπτρια στο Μπερναμπέου
Αγαπητοί άρρενες αναγνώστες, εσείς που «υπεξαιρείτε» διακριτικά το έγκριτό έντυπό μας, την ώρα που η γυναίκα της ζωής σας ασχολείται με άλλα ζητήματα, φοβούμαι ότι σήμερα, θα καθυστερήσετε κάπως παραπάνω στη στήλη. Διότι σήμερα θα διηγηθώ πώς, εκτός από αρθρογράφος, είμαι και τακτική θαμών του επιβλητικού ενδιαιτήματος της λακτιστικής τέχνης της Ρεάλ Μαδρίτης. Ας ξεκινήσω όμως από την αρχή…
Μέχρι πριν από μερικά χρόνια, υπήρξα κι εγώ μία κλασικότατη γυναίκα, δηλαδή βαριόμουν φριχτά το ποδόσφαιρο, έκλεινα ραντεβού για κινηματογράφο, όποτε η τηλεόραση προέβαλλε κάποιον αγώνα ή επέβαλλα στους αρσενικούς της οικογενείας να τον παρακολουθούν μόνο στα διαφημηστικά διαλείμματα των αγαπημένων μου σειρών –είναι θαύμα πώς δε με αποκήρυξαν και αποκλήρωσαν… Ένα βράδυ όμως, επιστρέφοντας στο σπίτι ύστερα από μία ιδιαίτερα εξαντλητική ημέρα, τους βρήκα να παρακολουθούν Champions League και κάθισα μαζί τους για να ξεχαστώ λιγάκι. Στην δε κλασική ερώτηση που τους απηύθυνα: «εμείς με ποιους είμαστε;», μου εξήγησαν υπομονετικά ότι υποστηρίζουμε τους κυρίους με τα λευκά (εφεξής «Ρεάλ»), διότι οι άλλοι κύριοι με τα πολύχρωμα (εφεξής «Μπαρτσελόνα», καθώς ως θεράποντες της Θέμιδος δεν ξεχνούν ποτέ το ιδιόλεκτο) απέκλεισαν τη μοναδική ελληνική ομάδα που είχε φτάσει τόσο μακριά στη διοργάνωση, και, ως γνωστόν, οι εχθροί των εχθρών μου είναι και δικοί μου φίλοι! (Εδώ να τονίσω, επίσης, ότι στην οικογένειά μου είμαστε αγνοί πατριώτες και υποστηρίζουμε όλες τις ελληνικές ομάδες που βγαίνουν στην Ευρώπη).
Εκείνη τη συγκεκριμένη βραδιά, ως εξ αποκαλύψεως, βίωσα την εκτόνωση της καταπιεσμένης επιθετικότητας μέσω ενός ποδοσφαιρικού αγώνα κι εξετίμησα την υψηλή αποστολή του ποδοσφαίρου, το οποίο, για να παραφράσω τον γνωστό Διαφωτιστή «εάν δεν υπήρχε θα έπρεπε να το εφεύρουμε». Έκτοτε, έγινα θιασώτις του αθλήματος –διότι, αλοίμονο, τα προβλήματα του βίου δεν σταματούν ποτέ-, οι δε αρσενικοί της οικογενείας δικαιώθηκαν ως προς την προτίμησή τους, εφόσον οι κύριοι με τα λευκά που τους έλεγαν «Ρεάλ» κατέκτησαν το τρόπαιο, ενώ βρήκαν ένα καινούριο οικογενειακό ανέκδοτο με την ποδοσφαιροφιλία μου.
Προς Θεού, μη με παρεξηγήσετε! Ασφαλώς και υπάρχουν ευγενέστερα κίνητρα για να παρακολουθήσει κανείς ποδόσφαιρο, από το να χαλαρώνει ή να ξεφεύγει∙ από κάπου, όμως, πρέπει κανείς ν’ αρχίσει! Αντιλαμβάνομαι, επίσης, ότι πολλές κυρίες το παρακολουθούν, απλώς επειδή παίζεται από εύχυμους και ευειδείς νεανίες –αλλά τι θέλατε δηλαδή, να παίζεται από άχαρες και άγαρμπες γυναίκες; Ά, όλα κι όλα! Παρότι απήλαυσα την ταινία «Καν’ το όπως ο Μπέκαμ», σ’ αυτά τα ζητήματα είμαι παραδοσιακή φαλλοκράτισσα!
Όσο για τη θεωρητική «υπεράσπιση» της λακτιστικής τέχνης και τη σύνδεσής της με τα δρώμενα της καθημερινότητας, έχουν φροντίσει ολόκληροι υπαρξιστές νομπελίστες, όπως ο Αλμπέρ Καμύ, βαθυστόχαστοι δοκιμιογράφοι, όπως ο Κωστής Παπαγιώργης ή άτεγκτοι λογοτεχνικοί κριτικοί, όπως ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, εγώ θα έφερνα αντιρρήσεις;
Στη συνέχεια, το Μουντιάλ του 2002 λειτούργησε ως ταχύρυθμο υπερεντατικό φροντιστήριο, όπου η υποστήριξή μου άλλαζε σε κάθε αγώνα, ανάλογα με τον συσχετισμό των δυνάμεων: τη μία οι Γερμανοί ήτανε φασιστόμουτρα (εμβληματική η φυσιογνωμία του τερματοφύλακά τους!), σφαγείς του Χορτιάτη και μας χρωστούν ακόμη τις πολεμικές αποζημιώσεις. Την άλλη ήταν οι ευεργέτες που πέταξαν έξω από τη διοργάνωση τους αντιπαθέστατους Αμερικανούς και τους πανβδελυρώτατους –παρότι εξαιρετικούς κινηματογραφιστές- Νοτιοκορεάτες. Όπως και ο υπόλοιπος ελληνισμός, συμπόνεσα τους καημένους τους Αργεντίνους που είχαν τόσα προβλήματα, τους δύστυχους Πορτογαλοϊταλοϊσπανούς που τους την έφεραν τόσο άνανδρα, ενώ αντίθετα δεν λυπήθηκα καθόλου τους αποικιοκράτες Άγγλους που ευθύνονται για την κατάσταση στην Κύπρο και συντάσσονται με ό,τι ψυχροπολεμικό στήνουν οι ΗΠΑ. Να προσθέσω, επίσης, μία γυναικεία πινελιά: μέσα σ’ έναν μήνα είχα δει τόσους άντρες να κλαίνε –ειδοποίησα μάλιστα και τις φίλες μου-, ώστε κατέληξα στο ότι δεν είναι καθόλου ευχάριστο θέαμα και μακάρι να μην το δω ποτέ live.
Η ροή του βίου, όμως, εξυφαίνει αλλόκοτες συμπτώσεις, κι έτσι, στο τέλος του δεύτερου ποδοσφαιρικού έτους, η προσωπική μου ζωή με οδήγησε να παρακολουθώ από τα συνδρομητικά του Σαντιάγο Μπερναμπέου τον τελικό του ισπανικού πρωταθλήματος (Ρεάλ-Ατλέτικο Μπιλμπάο 3-1). Για μία νεοφώτιστη ποδοσφαιρόφιλη, όπως εγώ, η ατμόσφαιρα ήταν πιο ήσυχη –εφόσον έλειπε η φωνή του σχολιαστή-, αλλά συγχρόνως πιο θορυβώδης λόγω των ιαχών του πλήθους, και ιδίως της εξέδρας των φανατικών, που εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ φώναζαν ότι γνωστός παίκτης, ο οποίος έχει δοκιμάσει όλη τη γκάμα του ξανθού –και είναι ιθαγενής, για να μην μπερδεύεστε- δεν πουλιέται.
Παρευρέθηκα στους περίφημους πανηγυρισμούς της Πλατείας Θιμπέλες, όπου, δυστυχώς, ο νεοεκλεγείς τότε δήμαρχος απαγόρευσε τον πατροπαράδοτο στολισμό του αγάλματος με τα εμβλήματα της ομάδας και τη βουτιά στο συντριβάνι, η δε έκφραση δυσαρέσκειας οδήγησε την επόμενη μέρα στην αποπομπή του τότε αρχηγού (όστις, αφού πέρασε μία σαιζόν στο εξωτικό Κατάρ, είναι τώρα συμπαίκτης του δικού μας στη Μπόλτον) και του προπονητή (όστις σήμερα εργάζεται εις την γείτονα).
Έκτοτε, ακολούθησαν πολλοί αγώνες, όχι όλοι ευχάριστοι, λόγω του σκληρού μαδριλένικου χειμώνα. Κάποτε, μάλιστα, που τα τηλεοπτικά καθήκοντα καλούσαν… την προσωπική μου ζωή στην αναμετάδοση (Ρεάλ-Εσπανιόλ 1-0), χάρη στη συνενοχή των συναδέλφων μπήκα στο Μπερναμπέου ως… ηχολήπτρια! (Έχω κρατήσει, μάλιστα, για ενθύμιο το πορτοκαλί πλαστικό περικάρπιο, ενδεικτικό της… ιδιότητός μου). Στον αγώνα εκείνο, είδα και τον γνωστό πορτογάλο άσο, για τον οποίον η λαϊκή μούσα τόσα δίστιχα θα συνέθετε επί Euro, να χάνει πέναλτυ, το οποίο, κολακεύομαι να πιστεύω ότι εγώ θα έβαζα με οκτάποντο τακούνι… Ωστόσο, κατέληξα να θεωρούμαι γουρλού, εφόσον, κάθε φορά που παρίσταμαι, η ομάδα κερδίζει –λένε ότι παρόμοια φήμη έχει και ο Χουάν Κάρλος, οπότε γίναμε δύο. Φυσικά, λόγω των περιστάσεων, το Μπερναμπέου κατέληξε συνώνυμο του ρομαντισμού, κι έτσι, όταν τα κρύα βράδυα του χειμώνα οι φίλες μου έβλεπαν το «Φθινόπωρο στη Ν. Υόρκη» και πλάνταζαν στη συγκίνηση, εγώ έβλεπα το Champions League και πάθαινα ακριβώς το ίδιο!
Στο τρίτο ποδοσφαιρικό έτος, συνέβη το απόλυτο θαύμα: η Εθνική Ελλάδος κατέκτησε το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα! Παρακολουθήσαμε αγωνιώντας την κρίσιμη αναμέτρηση με τη Γαλλία σε παραθαλάσσιο θέρετρο στη Μούρθια κι ύστερα βγήκαμε να το γιορτάσουμε, ευχόμενοι στους Γάλλους παραθεριστές «bon voyage». Όταν δε η Εθνική μας πέρασε στον επόμενο γύρο, ενώ οι Φούριας Ρόχας επέστρεψαν σπίτι, η προσωπική μου ζωή μου είπε: «Καλύτερα, αμόρ, έτσι θα ξεκουραστούν για το πρωτάθλημα, συγχαρητήρια, εύχομαι και στον τελικό!», ενώ λίγο αργότερα, στους Ολυμπιακούς, κράδαινε σημαιάκι, φωνάζοντας «Ελλάς, Ελλάς». Ποια μεγαλύτερη απόδειξη αγάπης να ονειρευτεί κανείς;
Χωρίς βέβαια να είμαι ο Αλμπέρ Καμύ, ο Κωστής Παπαγιώργης ή ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, θα μπορούσα να θεωρητικολογήσω, ακόμη και να ηθικολογήσω, πάνω στα «μαθήματα ζωής» που παραδίδει η λακτιστική τέχνη.
1ον. Ό,τι κι αν έχεις κατακτήσει στο παρελθόν, σε κάθε αγώνα, άρθρο, βιβλίο, επαγγελματική προσπάθεια, ξεκινάς απ’ την αρχή και προσπαθείς για το καλύτερο δυνατό. Οι παλιές σου επιτυχίες, το προσωπικό σου «παλμαρές», δεν αποτελούν εχέγγυο παρά μόνο μία ένδειξη ότι, όπως τα κατάφερες τότε, έτσι μπορείς να τα καταφέρεις και τώρα.
2ον. Στη ζωή όλα μπορούν να συμβούν, ακόμη κι ο Ριβάλντο εκτός έδρας στην Ξάνθη και να χάνει κιόλας.
3ον. Το χρήμα δεν φέρνει ευτυχία, γεγονός που πιστοποιείται από την ίδια τη Ρεάλ, εκτός αν ο κύριος Αμπράμοβιτς ανατρέψει, φέτος, το θεώρημα.
4ον. Το λακτιστικό φρόνημα υπερβαίνει τις πολιτικές πεποιθήσεις, αλλά η φιλία υπερβαίνει το λακτιστικό φρόνημα
5ον. Όλοι είναι επιρρεπείς σε θεωρίες συνωμοσίας. Οι μαντριντίστας, για παράδειγμα, πιστεύουν πως η Ουέφα επίτηδες τους στέλνει κάθε χειμώνα να παίζουν στα χιόνια των Ανατολικών Χωρών, ενώ «προστατεύει» από αυτό το μαρτύριο άλλες ευρωπαϊκές ομάδες (είπατε Ρόζενμποργκ;)
6ον. Οι άνθρωποι χρειάζονται ταυτότητα και αξιοπρέπεια και, όταν δεν μπορεί να τους τα δώσει η ζωή τους, τους τα δίνει η ομάδα τους. Γι’ αυτό κάθε θρίαμβος ή πανωλεθρία συλλόγων ή Εθνικών βιώνεται τόσο ακραία.
Παρ’όλα αυτά, ίσως επειδή μεγάλωσα σε μία οικογένεια όπου Αρειανοί και Παοκτσήδες συνυπάρχουν αρμονικά, αγαπιούνται, εργάζονται μαζί, ανταλλάσουν χαριτωμένα πειράγματα, μέχρι που στεναχωριούνται ο ένας για τις κακοτυχίες του άλλου, δεν έχω ομάδα. Συνεχίζω, όπως στο πρώτο ποδοσφαιρικό έτος, να δίνω την εύνοιά μου ανάλογα με τις περιστάσεις, ή μάλλον συμπαθώ πάντα εκείνον που έχει τις λιγότερες πιθανότητες. Άλλωστε, η Πορτογαλία δικαίωσε όλους εμάς τους λάτρεις των αουτσάϊντερς. Αλλιώς αντιμετωπίζεις τα πράγματα με τη γενναιοδωρία του χορτασμένου…
Close Up, Φεβρουάριος 2005