Κριτικές για το βιβλίο των Μετοίκων

Ένα διαδικτυακό μυθιστόρημα

Είναι άραγε τυχαίο που μια νέα συγγραφέας, μετά από μια πρώτη επιτυχημένη «αναλογική» εμφάνιση σε γνωστό εκδοτικό οίκο, αποφασίζει να «αναρτήσει» τι νέο της έργο στο Διαδίκτυο και μάλιστα σε προσωπική ιστοσελίδα; Άσχετα από τους εξωλογοτεχνικούς παράγοντες που την οδήγησαν να κάνει κάτι τέτοιο (και τους οποίους δεν είμαστε διατεθειμένοι να ψάξουμε ερωτώντας τη δημιουργό), πρέπει να ομολογήσουμε ότι το κείμενο από μόνο του μας δίνει πολλές απαντήσεις.
Παρ΄όλο που στο σημείωμα «αντί οπισθοφύλλου», δηλώνεται ότι «Το βιβλίο των μετοίκων είναι ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε ποτέ», ο αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει ότι το τέχνασμα αυτό είναι κάτι περισσότερο από ένα παραδοσιακό παιχνίδι με το προσωπείο του «επίδοξου συγγραφέα». Ακόμα κι αν η συγγραφέας μας διαβεβαίωνε γι’ αυτό, εμείς θα απαντούσαμε ότι η εξήγηση είναι μία: πληκτρολογήθηκε και «αναρτήθηκε» στο Δίκτυο, ως μέρος του όλου «μυθιστορήματος» που διαδραματίζεται στην προσωπική της ιστοσελίδα. Δεν τυπώθηκε αλλά ανακοινώθηκε. Εξάλλου, εκτός από τη Μαδρίτη, που δηλώνεται εκ προοιμίου ως «πρωταγωνίστρια», ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι η γραφή και όχι ο συγγραφέας. Αυτός, απλώς αναρτά το έργο του και το αφήνει να παίζεται αενάως στην ιστοσελίδα του ή να βράζει στο διαδικτυακό «ζουμί» του. Όπως παρατηρεί ο αφηγητής του τελευταίου διηγήματος: «οι σημερινοί [συγγραφείς]… φτιάχνουν την ιστοσελίδα τους στο Διαδίκτυο, y ya esta! [κι αυτό είν΄όλο]».
Η συλλογή, που δεν την έχουμε ανά χείρας αλλά στην οθόνη μας, αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παράδειγμα λογοτεχνικής γραφής, εν πολλοίς αυτοαναφορικής, μεταμυθοπλαστικής και «ναρκισσιστικής». Ωστόσο, έχει μία νοηματική συνοχή και μία λελογισμένη χρήση εξεζητημένων τεχνικών. Ο τόπος, η Μαδρίτη και η Ισπανία, αποτελεί το συνδετικό κρίκο ή και το σκηνικό των ιστοριών (λανθάνουσα μυθιστορημαιτκή ταυτότητα), ενώ, όσον αφορά τον μυθιστορηματικό χρόνο, οι ιστορίες διαδραματίζονται τον 18ο-19ο αιώνα, στη δεκαετία του 1950 και στη σύγχρονη εποχή. Αλλά δεν είναι μόνο ο γεωγραφικός τόπος που τις ενώνει, μα και ο μυθοπλαστικός «[διαδικτυακός] τόπος» της γραφής, στον οποίο μπαίνει κάθε αναγνώστης μαζί με τους αφηγητές και τους ήρωες, που συνήθως διαβάζουν, γράφουν, ή προβληματίζονται για την τέχνη. Εξάλλου, και ο χρόνος της αφήγησης επίσης ίπταται χωρίς πραγματικό αντίκρισμα, με τους αφηγητές να είναι κυρίως ή εν μέρει αναγνώστες που παραθέτουν τα αναγνώσματά τους και γράφουν τα δικά τους έργα ή αντιγράφουν έργα άλλων. Οι ήρωες είναι κατά πλειοψηφία καλλιτέχνες που αποτυγχάνουν (στα διηγήματα «Δουλεύοντας στο BBC» και «Ένας χειμώνας στη Μαγιόρκα»), πεθαίνουν («Ο τελευταίος Μάϊος του Μποκκερίνι» και «Η αυτοκτονία του Άνχελ Γκουτιέρεθ Μαρτίν») ή εξορίζονται («Ο εξόριστος των καφενείων») και η υπόθεση στρέφεται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στις τέχνες της εικόνας (κινηματογράφος-τηλεόραση), στη μουσική, στη λογοτεχνία (ποίηση και πεζογραφία), ή, τέλος, στους συνδυασμούς τους. Ακόμα και στις δύο περιπτώσεις που δεν έχουμε κάποιον ήρωα καλλιτέχνη, η τέχνη έχει την τιμητική της. Ως τρόπος ωραιοποίησης της ζωής στο «Καιρός για αλήθειες», όπου ο ήρωας βλέπει εντελώς ρομαντικά την απολύτων πεζή ζωή του, σαν αν ζει σε ένα μυθιστόρημα. Και, στο «Όταν ξανάνοιξε το Καφέ ντε Παρίς», η ηρωίδα επηράζεται από τα αστυνομικά μυθιστορήματα και «γράφει» και η ίδια το δικό της, μεταφέροντας τη μυθοπλασία στην πραγματική ζωή με τον φόνο του άντρα της.
Η απομυθοποίηση συγγραφέων-μύθων, ο σχολιασμός συγκεκριμένων ειδών λόγου ή τέχνης και η συχνή χρήση παραθεμάτων από πραγματικά και φανταστικά έργα, διανθίζει τον μικρόκοσμο της συλλογής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το διήγημα «Ένας χειμώνας στη Μαγιόρκα», που αποτελεί σχόλιο και συνομιλεί με το ομώνυμο έργο της G. Sand. Επίσης, το τελευταίο διήγημα της συλλογής αντιγράφει το υποτιθέμενο βιβλίο του μυθοπλαστικού ήρωα-συγγραφέα Γκουτιέρεθ Μαρτίν «Το βιβλίο των μετοίκων» (τεχνική Mise en abîme). Και τα δύο αποτελούν τον καθρέπτη, στον οποίο το έργο κοιτάζει τον εαυτό του.
Ενώ τα τελευταία χρόνια, από πολλές πλευρές προβάλλεται κραυγαλέα ο «θάνατος του συγγραφέα» και οι περισσότεροι καλλιτέχνες στη διηγήματα προσπαθούν να δημιουργήσουν το έργο τους σε αντιπαράθεση με τη ζωή, πίσω από τις γραμμές διαπιστώνουμε ότι κανένας δεν πέθανε. Ίσως, πολλές από τις βεβαιότητες χάθηκαν στο αφηγηματικό σύμπαν των πολλαπλών αναγνώσεων, πίσω από τις οποίες κρύβεται το εκάστοτε υποκείμενο (συγγραφικό ή/και αναγνωστικό). Εξάλλου, η αυτοκτονία του Γκουτιέρεθ Μαρτίν μήπως δεν σηματοδοτεί τη γένεση ενός νέου καλλιτέχνη, που έχει ήδη ξεκινήσει σε άλλη χώρα «à la manière de» Μαρτίν, υπογράφοντας ως δικό του ένα κείμενο του γνωστού συγγραφέα; Όταν λοιπόν «πεθαίνει» ο συγγραφέας, γεννιέται ο συν-αναγνώστης και συν-γραφέας.
Η συνήθης καχυποψία προς τα νέα δεδομένα της σημερινής πραγματικότητας, δεν επιβεβαιώνει πάντα τις Κασσάνδρες. Τα κείμενα δεν καταλήγουν στην αφάνεια, στους λαβυρίνθους του Διαδικτύου, αντί για την προστατευτική αγκαλιά ενός εκδότη… Ενδεχομένως, να είναι ακόμα μακρινό γεγονός για κάποιους στην Ελλάδα, αλλά έχουμε ήδη περάσει από την εποχή του τυπωμένου στην εποχή του ηλεκτρονικού βιβλίου. Πρέπει, συνεπώς, αυτό να το αντιμετωπίσουμε ψύχραιμα και χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς να ευνοούμε ούτε να καταδικάζουμε κάποια από τις δύο μορφές, στη μεταβατική τούτη εποχή που ζούμε.

Νίκος Μαυρέλος

Η Αυγή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Ευμορφία Καραμπατάκη