«Άρια ντα Kάπο»

Συνέντευξη στον Βασίλη Πάγκαλο

Με μια εξαιρετική συλλογή διηγημάτων, την «Άρια ντα κάπο» των εκδόσεων της «Εστίας», κάνει το ντεμπούτο της στη λογοτεχνία η Ευμορφία Καραμπατάκη. Η συγγραφέας γεννήθηκε το 1966 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε γαλλική φιλολογία και συγκριτική γραμματολογία στο ΑΠΘ, καθώς και όπερα, υποκριτική και αυτοσχεδιασμό στο Conservatoire Royal de Musique de Bruxelles. Έχει ασχοληθεί με τη μετάφραση λογοτεχνικών δοκιμίων και με την πολιτιστική αρθρογραφία. Μοιραία, θα έλεγε κανείς, στα διηγήματά της κυριαρχεί καταλυτικός ο κόσμος της μουσικής. Χαρακτηριστικά άλλωστε είναι τα πρόσωπα του «δράματος»: «Συνθέτες του 18ου αιώνα και ποπ τραγουδίστριες του 60 δίπλα στους σύγχρονους ήρωες, πριμαντόνες που κάποτε μεσουρανούσαν, ενώ σήμερα δεν είναι πια παρά ένα μικρό λήμμα στα εξειδικευμένα λεξικά». Όπως επισημαίνει και η συγγραφέας, όμως, αυτό δεν είναι παρά ένα πρόσχημα, ένα θεατρικό σκηνικό για ν’ αναπτυχθούν κάποια από τα αιώνια θέματα της λογοτεχνίας: ο χρόνος που περνά, η ματαιοδοξία και η ματαιότητα, οι συγκλίνουσες και οι αποκλίνουσες τροχιές των ανθρώπων.
Η μορφή των διηγημάτων ξαφνιάζει, ξεφεύγει από τα καθιερωμένα. Τη στιγμή που νομίζει κανείς ότι διαβάζει, π.χ., ένα δοκίμιο για την όπερα του 18ου αιώνα, η λογοτεχνικότητα ελλοχεύει προσδίδοντας στο κείμενο μία βαθύτερη, οικουμενική διάσταση. Το λεπτό χιούμορ της συγγραφέως και ο ανάλαφρος τόνος καθιστούν την ανάγνωση ευχάριστη, χωρίς να κρύβουν στο τέλος την πικρή επίγευση από την περιπέτεια της ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων.
Η γλώσσα του βιβλίου, χάρη στη μουσική προίκα της Ευμορφίας Καραμπατάκη, είναι τόσο επιμελημένη και ρυθμική, που θα τη ζήλευαν πολλοί καθιερωμένοι συγγραφείς μας. Και ολόκληρο το βιβλίο, εν γένει, χαρακτηρίζεται από μία πολύ έξυπνη και σφιχτή δομή, που αναγκάζει την αναγνώστη να μη το αντιμετωπίζει ως ανεξάρτητα διηγήματα αλλά ως μια οργανική ενότητα.

-Τι σημαίνει άρια ντα κάπο;
-Η άρια ντα κάπο είναι μία φόρμα του μπαρόκ και έχει τη μορφή άλφα-βήτα-άλφα. Σκεφτείτε δηλαδή μια μελωδία ή ένα τραγούδι που ξεκινά με το ρεφραίν, παρεμβάλλεται μία στροφή και επανέρχεται το ρεφραίν με κάποιες δεξιοτεχνικές παραλλαγές. Η άρια ντα κάπο διεπόταν βέβαια από πολύ αυστηρούς κανόνες μορφής και περιεχομένου. Με τον ίδιο τρόπο το βιβλίο δομείται σε τρία μέρη, τα οποία μεταξύ τους έχουν ομοιότητες υφολογικές και τεχνικές, ακριβώς όπως μία άρια ντα κάπο.

-Τι πραγματεύονται λοιπόν τα τρία μέρη του βιβλίου;
-Το πρώτο μέρος αφορά τα χρόνια των σπουδών σε ένα πολυεθνικό Κονσερβατουάρ του εξωτερικού, όπου διάφοροι νέοι άνθρωποι από διάφορες χώρες μαζεύονται και εκπαιδεύονται στο να γίνουν μουσικοί, περνώντας διάφορα βασανιστήρια –ψυχολογικά και μη.
Το δεύτερο μέρος είναι κάποια διηγήματα πιο «σύγχρονα», τα οποία μάλιστα αντλούν και από το χώρο της πολιτιστικής δημοσιογραφίας. Αυτό το μέρος λειτουργεί πιο χαλαρά σε σχέση με το πρώτο, αν και έχει πάντα μια οργανική σύνδεση, που είναι έστω και μια φευγαλέα λέξη ή μία πρόταση.
Και το τελευταίο μέρος, που είναι η επαναφορά του αρχικού με τα ποικίλματα όπως στην άρια ντα κάπο, είναι κάποια διηγήματα που αναμιγνύουν τα ιστορικά, υπαρκτά πρόσωπα με τα μυθοπλαστικά.

-Κι έτσι, ενώ αποτελείται από διηγήματα, το βιβλίο έχει μία πολύ σφιχτή δομή, κάτι που το φέρνει κοντά στο μυθιστόρημα.
-Χαίρομαι πολύ που το λέτε αυτό, είναι αλήθεια ότι μπορεί να διαβαστεί και σαν μυθιστόρημα ή σαν «πτυσσόμενα» διηγήματα.
Το κοινό θέμα όλων των διηγημάτων είναι ο χρόνος που περνά και πώς κατά κάποιον τρόπο στη ζωή όλοι βγαίνουμε ισοπαλία, είτε προς στιγμήν νομίζουμε ότι κερδίζουμε είτε προς στιγμήν νομίζουμε ότι ηττηθήκαμε.

Περί αυτοβιογραφίας και άλλων δεινών

-Ασχοληθήκατε με τη μουσική και με τη δημοσιογραφία. Αυτός είναι ο λόγος που επιλέξατε τους ίδιους χώρους για τα διηγήματά σας;
-Ο χώρος θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε. Απλώς εγώ τα τοποθέτησα σε έναν χώρο που κάποτε είχα γνωρίσει.

-Το βιβλίο, επομένως, δεν απηχεί δικά σας βιωματικά στοιχεία;
-Είναι ένα βιβλίο που ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια και χρειάστηκε πολλά χρόνια για να περάσει από το βιωματικό επίπεδο στο επίπεδο της λογοτεχνίας. Και μπορώ να διαβεβαιώσω ότι δεν είναι αυτοβιογραφία. Η αυτοβιογραφία δεν αφορά κανέναν, και πρώτα από όλα εμένα. Ξεκίνησα από την επιθυμία μου να γράψω για το πώς είναι να είσαι ξένος σε ξένη χώρα, πώς σε αναγκάζουν οι άλλοι να δεις τον εαυτό σου, πώς είναι να αναμετριέσαι με την τέχνη, και κατ’ επέκτασιν με οποιοδήποτε όνειρο σε ξεπερνά.

-Πώς το εννοείτε αυτό;
-Το βιβλίο μιλά για ανθρώπους που θέλουν να υπηρετήσουν ένα είδος τέχνης και ασκούνται στο να γίνουν καλλιτέχνες. Στην αναμέτρησή μας με την τέχνη, λοιπόν, βγαίνουμε πάντα λειψοί. Είναι κάτι που μας ξεπερνά. Και το καλύτερό μας δεν είναι ποτέ αρκετά καλό. Πάντως, το βιβλίο κατέληξε σε κάτι διαφορετικό.

-Πιστεύετε ότι αυτή είναι η ουσία ενός βιβλίου, η αναγωγή του από το βιωματικό στο πανανθρώπινο;
-Όχι απαραίτητα, είναι όμως ένας τρόπος να γράψεις ένα βιβλίο. Λένε ότι κάθε πρώτο βιβλίο είναι αυτοβιογραφικό. Δεν ξέρω κατά πόσον ισχύει. Αλλά κατάλαβα ότι έχω ένα βιβλίο που αξίζει τον κόπο να εκδοθεί όταν πέρασα σε ένα επίπεδο μυθοπλασίας: όταν τόσο τον εαυτό σου όσο και τα στοιχεία που σου δίνουν οι άλλοι τα χρησιμοποιείς όπως οι ηθοποιοί, για να πλάσεις έναν ρόλο.

«Πρέπει να δυσπιστούμε στις ευκολίες μας»

-Πόσο σας βοήθησαν στη συγγραφή οι φιλολογικές και μουσικές σας σπουδές;
-Πολύ. Με την έννοια ότι θέλησα το βιβλίο να έχει μία απόλυτη ισορροπία μορφής και περιεχομένου, ότι σεβάστηκα απόλυτα τη φόρμα –στη συγκεκριμένη περίπτωση τη φόρμα της άρια ντα κάπο- και φυσικά ότι έδωσα όσο μεγαλύτερη φροντίδα μπορούσα στη γλώσσα.

-Ένας υποψιασμένος συγγραφέας είναι καλύτερος από έναν ανυποψίαστο;
-Όχι, διότι όταν ξέρεις πώς γράφεται κάτι δεν σημαίνει ότι θα το επαναλάβεις κι εσύ. Εάν έχω κάποιο ταλέντο –η λέξη είναι βαριά- είναι ότι μπορώ να αποστασιοποιούμαι από το κείμενό μου και να το διαβάζω κι εγώ σαν αναγνώστρια. Και επειδή έχω αυτή τη θητεία στη μουσική, οτιδήποτε με ενοχλεί ακουστικά αμέσως το αλλάζω, το διαγράφω. Αλλά όχι, ένας υποψιασμένος συγγραφέας δεν μπορεί να γράψει καλύτερα από έναν ανυποψίαστο –πολύ συχνά γράφει και χειρότερα, διότι προσπαθεί να τηρήσει και να σεβαστεί όλα αυτά που ξέρει.

-Γενικότερα πώς σας επηρέασε η τέχνη, η λογοτεχνία και η μουσική;
-Θυμάμαι πάντα ένα γράμμα που έστειλε ο Μότσαρτ στον πατέρα του και μιλά για μία άρια οργής που είχε γράψει σε μία νεανική όπερα. Εξηγεί πόσο ευχαριστημένος είναι από αυτό που κατάφερε, «αλλά», λέει στον πατέρα του, «στην τέχνη, ένας οργισμένος άνθρωπος δεν πρέπει να δείχνει οργισμένος όπως εσύ κι εγώ, που θυμώνουμε σαν καθημερινοί άνθρωποι, αλλά πρέπει πάντα να έχουμε υπ’ όψιν μας τη φόρμα». Αυτό έκανα κι εγώ: προσπάθησα να μην ξεφύγω ούτε στιγμή σε μία υπερχείλιση των συναισθημάτων, αλλά όλο αυτό να μπει σε ένα κανάλι φόρμας.

-Η δομή και οι κανόνες στην τέχνη είναι κάτι που σας ενδιαφέρει πολύ.
-Μ’ ενδιαφέρει, το σέβομαι και νομίζω ότι βάζοντας εμπόδια στον εαυτό σου τον πας λίγο πιο πέρα. Κάτι επίσης που έμαθα από την όπερα, είναι ότι πρέπει να δυσπιστούμε πάρα πολύ στις ευκολίες μας, διότι είναι το πρώτο που μας εγκαταλείπει. Και αυτό το προσέχω και στη συγγραφή. Αν κάποιος έχει μια ευκολία, αν του βγαίνει, π.χ. πολύ απλά ο εσωτερικός μονόλογος ή οτιδήποτε άλλο, κάποια μέρα αυτό θα ξεφύγει από τον έλεγχό του και θα γίνει είτε του συρμού, είτε ανιαρό, είτε αδιάφορο. Γι’ αυτό θεωρώ ότι είναι καλό να βάζεις δυσκολίες στον εαυτό σου. Κι ας σπάσεις τα μούτρα σου, ίσως είναι αναπόφευκτο.

Τελικά τι κάνει ο συγγραφέας;

-Εσείς τι δυσκολίες βάλατε στον εαυτό σας;
-Προτιμώ να μη μιλάω πολύ για την «κουζίνα» του συγγραφέα.

-Γιατί;
-Είχα διαβάσει στην El Pais μία συνέντευξη του Χαβιέρ Θέρκας, που έγραψε τους «Στρατιώτες της Σαλαμίνας», ένα βιβλίο που με εντυπωσίασε. Όταν ο συγγραφέας αποκάλυπτε πώς το συνέλαβε, ικανοποιούσε απόλυτα την αναγνωστική περιέργεια, αλλά χανόταν όλη η μαγεία.

-Εσείς όμως δεν θέλετε να μαθαίνετε ως αναγνώστρια;
-Θέλω, αλλά δεν θα ήθελα να συμβεί σε εμένα ως συγγραφέα.

-Ας αλλάξουμε θέμα λοιπόν… Ο χώρος της κλασσικής μουσικής δεν συνδέεται αρκετά με τη ματαιοδοξία;
-Θα σας πω μία πολύ ωραία κριτική που δέχτηκα, ότι το βιβλίο είναι μία σπουδή πάνω στην ανθρώπινη ματαιοδοξία.

-Συμφωνείτε με αυτό;
-Είναι πάντα μία έκπληξη πώς βλέπουν ένα δικό σου έργο οι άλλοι. Εμένα πάντως μ’ άρεσε αυτή η άποψη.

-Σας λένε πράγματα που δεν είχατε σκεφτεί;
-Μου λένε πράγματα που θα μπορούσα να είχα σκεφτεί. Και χαίρομαι πολύ όταν βλέπουν και άλλα πέρα από αυτό το δροσερό και ευχάριστο επιφανειακό. Πάντως η ίδια θέλησα να ρίξω στάχτη στα μάτια με το χιούμορ. Όλη η μαύρη πλευρά του βιβλίου, δηλαδή, είναι επιμελώς συγκεκαλυμμένη.

-Είπαμε πριν ότι το θέμα είναι πρόσχημα, τώρα ότι το χιούμορ είναι στάχτη στα μάτια… Τελικά τι κάνει ο συγγραφέας; Κρύβει πράγματα ή αποκαλύπτει;
-Αποκαλύπτει κρύβοντας.

Πανσέληνος, 14/12/2003

Επιστοφή στην κορυφή της σελίδας

Ευμορφία Καραμπατάκη