Μια επιτυχημένη αποτυχία
(και αντιστρόφως)

«Ο Αποτυχημένος» του αυστριακού Τόμας Μπέρνχαρντ (Εξάντας 1998, μετ. Β. Τομανάς) είναι, ίσως, ένα από τα συνταρακτικότερα βιβλία που έχουν γραφεί πάνω στη σχοινοβατική ισορροπία ζωής- επιτυχίας- αποτυχίας με μπαλαντέρ την τέχνη.

Πρόκειται για την ιστορία τριών φερέλπιδων νέων που υπήρξαν σπουδαστές στο σεμινάριο του μεγάλου πιανίστα Χόροβιτς, κάποιο βροχερό καλοκαίρι στα μέσα του περασμένου πια αιώνα. Ο ένας τους είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, το ιερό τέρας του κλειδοκυμβάλου Γκλεν Γκουλντ (που, ύστερα από μία μετεωρική πορεία, απομονώθηκε στον Καναδά, ηχογραφώντας ξανά και ξανά τα ίδια κομμάτια, επιζητώντας μία απόλυτη σχέση με την τέχνη, έχοντας υπερβεί τα όρια της νεύρωσης. Οι θαυμαστές του, ακόμη και τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του, τον λατρεύουν, οι δε «36 ταινίες μικρού μήκους για τον Γκλεν Γκουλντ» θεωρούνται πλέον καλτ).

Ο δεύτερος ταλαντούχος πιανίστας της συντροφιάς, Βερχάϊμερ, επιζητεί κι αυτός την ίδια τελειότητα στη σχέση του με την τέχνη, αλλά ίσως επειδή η σύγκριση με τον συμμαθητή του τον συνθλίβει, εγκαταλείπει τη μουσική κι επιδίδεται στην κοσμική ζωή την οποία του εξασφαλίζει η κολοσσιαία πατρική περιουσία. Ο τρίτος, που είναι και ο αφηγητής της ιστορίας, αλλάζει πορεία μέσα από τα γεγονότα της ζωής και γίνεται συγγραφέας –καταξιωμένος, όπως μας αφήνει να καταλάβουμε. Το χαρακτηριστικό όλων; Ότι ο καθένας θεωρεί τον άλλον «αποτυχημένο», έτσι ώστε να μην ξέρει κανείς ή να μην είναι εντελώς σίγουρος σε ποιον τελικά αποδίδεται ο τίτλος του βιβλίου.
Ο Γκλεν Γκουλντ, «ο μεγαλύτερος πιανίστας του 20ου αιώνα» που είχε τον κόσμο στα πόδια του, όμως, τον παραμέρισε για ν’ απομονωθεί και ν’ αφοσιωθεί στο απόλυτο –αυξάνοντας έτσι άθελά του ακόμη περισσότερο τον μύθο του- αποσκίρτησε. Η –επισφαλής πάντοτε- σχέση με την τέχνη και τη φήμη τον ευνόησε, όμως μη διαθέτοντας το παραμικρό ταλέντο για τη ζωή, αυτοκαταδικάστηκε να την περάσει σαν ερημίτης.
«(…) δεν πιστεύαμε πως κάποτε θα τον ξαναβλέπαμε, ήταν κατακυριευμένος από την τέχνη του με τρόπο τέτοιο ώστε έπρεπε να υποθέσουμε πως δεν θα άντεχε πια για πολύ σ’ αυτή την κατάσταση και σύντομα θα πέθαινε». (Ο Γκουλντ, όμως, όπως ξέρουμε, δεν πεθαίνει παρά 28 χρόνια αργότερα, όταν ξεκινά η πρώτη αράδα του βιβλίου).
Στα μάτια του αφηγητή, αλλά ίσως και στα δικά μας, παρά το δέος ή απλώς την περιέργεια που προκαλεί (για όσους δεν τέρπονται από την κλασική μουσική, ή δε συμπαθούν τον Μπαχ, κάτι που φυσικά δεν είναι διόλου απαραίτητο), ο «αποτυχημένος» είναι ο Γκλεν Γκουλντ. Για τον Γκλεν Γκουλντ, ο «αποτυχημένος» είναι ο εύπορος πρώην συμμαθητής του, που θα μπορούσε να διαπρέψει στην τέχνη, όμως, προτίμησε την ευζωία (ως καταφυγή λήθης, αλλά αυτό είναι κάτι που το ιερό τέρας μέσα στο ερημητήριό του ούτε καν φαντάζεται). Και τέλος, ο τρίτος συμμαθητής, που ίσως υπολειπόταν σε ταλέντο των άλλων δύο, πλην όμως βρήκε τον προορισμό του στη συγγραφή (πάντα βέβαια με τις εγγενείς της αμφιβολίες, όπως αρμόζει σε κάθε αληθινό της θεράποντα), είναι ο μόνος ο οποίος επιβιώνει όταν οι άλλοι δύο έχουν «φύγει» ακουσίως ή οικειοθελώς, κι αυτό από μόνο του είναι, ίσως, επιτυχία.

Η αέναη συζήτηση περί της σχετικότητας επιτυχίας- αποτυχίας ξανάρχισε πρόσφατα με αφορμή την παγκόσμια επέτειο εορτασμού των 400 χρόνων από την έκδοση του «Δον Κιχώτη» του Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα (1547-1616). Το έργο του «εγκαινίασε» το σύγχρονο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα, αποτελεί παγκόσμιο μπεστ σέλλερ εδώ και τέσσερις αιώνες, υπήρξε κατά περιόδους το πιο πολυμεταφρασμένο έργο μετά τη Βίβλο –κάποιες φορές το ξεπερνούσε «Ο μικρός πρίγκιπας του Σαιντ-Εξυπερύ- διαβάστηκε από εκατομμύρια αναγνώστες, έγινε θεατρικό έργο, κινηματογραφική ταινία, κινούμενα σχέδια, μιούζικαλ… Ακόμη κι αυτοί που δεν το έχουν διαβάσει, χρησιμοποιούν στο λεξιλόγιό τους το όρο «δονκιχωτισμός», για να εκφράσουν τη χαμένη εκ των προτέρων μάχη και τα ευγενή ιδεώδη που δεν έχουν ελπίδες ευόδωσης. Και σίγουρα όλοι γνωρίζουν την περίφημη σκηνή με τους ανεμόμυλους – η οποία καταλαμβάνει ένα μικρό τμήμα στον πρώτο τόμο, αλλά κατέληξε να είναι τόσο εμβληματική, όσο και το αντίστοιχα μικρό επεισόδιο με την Αννίτα Έκμπεργκ και τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στην αρχή της φελινικής «Ντόλτσε Βίτα» που όλοι μνημονεύουν.
Το «μυθιστόρημα των μυθιστορημάτων» είναι κατ’ ουσίαν μία συρραφή από νουβέλες αισθηματικές, χιουμοριστικές, περιπετειώδεις, ακόμη και δοκίμια, με συνδετικό κρίκο το Δον Κιχώτη –που σε αρκετές περιπτώσεις εκτοπίζεται τελείως. Μέσα του, αναδύεται ένας παράξενος κόσμος, «παλαιοί χριστιανοί» και εναπομείναντες μαυριτανοί της χερσονήσου, αστοί, χωρικοί, ευγενείς, έμποροι, πειρατές, στρατιώτες, βουκολικές σπηλιές, δουκικές αυλές, μάχες στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, εραστές που χάνονται και ξαναβρίσκονται κάτω από απίστευτες συμπτώσεις, μεσαιωνικά κατάλοιπα και υπερπόντιες ελπίδες από τις αποικίες (για τις οποίες ο παλιός στρατιώτης της Ναυπάκτου δεν κατόρθωσε να πάρει άδεια μετανάστευσης).
Ο ταλαίπωρος Θερβάντες, ο οποίος, με σημερινούς όρους, από τα συγγραφικά του δικαιώματα θα μπορούσε να είναι ένας Μπιλ Γκέϊτς, ή έστω μία Τζ. Ρόουλινγκ, υπήρξε εν ζωή αποτυχημένος στη σταδιοδρομία, τον έρωτα, τις επιλογές του… Ακόμη και το λογοτεχνικό βραβείο που έχει θεσπιστεί στο όνομά του, καθώς λένε οι απορριφθέντες, «ο ίδιος δε θα μπορούσε να το κερδίσει ποτέ». Τις ελάχιστες ικανοποιήσεις του βίου του, λοιπόν, της προσέφερε μόνον η συγγραφή, αλλά κι αυτές μαζί με άπειρες πίκρες, με χειρότερη όλων τη λογοκλοπή και την υπεξαίρεση των –ούτως ή άλλως ελάχιστα προστατευόμενων εκείνη την εποχή- πενυματικών του δικαιωμάτων. Για τον Θερβάντες που είχε «χάσει» το αριστερό του χέρι στη ναυμαχία της Ναυπάκτου –όπου υπάρχει σήμερα το άγαλμά του κρατώντας μία πένα «δυνατότερη από το ξίφος»-, πολέμησε στην Κέρκυρα, το Ναυαρίνο και την Τύνιδα, φυλακίστηκε και βασανίστηκε, ξαναβρήκε την ελευθερία του, αλλά φυλακίστηκε κι άλλες φορές στην Ισπανία για… χρέη –εν πολλοίς λόγω της εξαπάτησης από τους εκδότες που πλούτιζαν σε βάρος του-, και δεν κατάφερε να βρει την προσωπική ευτυχία δίπλα στη σύντροφο και μητέρα του παιδιού του, αυτό ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο μαρτύριο. Πλάϊ στη χαρά της αναγνώρισης, η δυσφήμηση.
Ήταν ήδη 58 ετών και είχε να δημοσιεύσει είκοσι χρόνια όταν κυκλοφόρησε ο «Δον Κιχώτης». Δηλαδή, θεωρούνταν προχωρημένης ηλικίας για να κάνει επιτυχία, λόγω του μικρού πρσδόκιμου της εποχής (στη δική μας, όπου όλα επιβάλλεται να γίνονται υπερβολικά νωρίς, θα ίσχυε το ίδιο αλλά για διαφορετικούς λόγους). Ο μύθος τον θέλει να πεθαίνει την ίδια μέρα με τον άλλον διάσημο –και επιτυχημένο- συνάδελφό του, τον Σαίξπηρ, στις 23 Απριλίου του 1616. Πρόκειται όμως για μύθο, εφόσον η Αγγλία και η Ισπανία την εποχή εκείνη ακολουθούσαν διαφορετικά ημερολόγια.
Ίσως, όμως, αυτή η συμπόνια που μας εμπνέει ο μετά θάνατον υπερεπιτυχημένος Θερβάντες να είναι απόρροια των σύγχρονων υπαρξιακών αμφιβολιών. Ίσως, να προβάλλουμε σε μια μακρινή εποχή μία έμμονη ιδέα που δεν ανήκει παρά μόνον στη δική μας («να τα έχω καλά με τον εαυτό μου» είναι η νέα πολιτικώς ορθή απάντηση σχετικά με το «τι είναι επιτυχία», ενώ τα πάντα γύρω μας συνωμοτούν ώστε να μας αποτρέψουν από αυτό το υπέρτατο αγαθό). Ίσως, για εκείνους τους τόσο πλούσιους σε συγκλονιστικά γεγονότα καιρούς, επιτυχία ήταν απλώς το να παραμείνεις ζωντανός, υγιής, αρτιμελής και έχων σώας τας φρένας.

Διασχίζοντας σήμερα το τοπίο της Μάντσα, οι ανεμόμυλοι που θ’αντικρίσει ο επισκέπτης είναι γεννήτριες αιολικής ενέργειας, σαν φτερούγες γλάρων. Τα αρδευτικά έργα έχουν μετατρέψει σε αρκετά σημεία το άνυδρο έδαφος σε καλλιεργήσιμο –καλύτερα λιγότερος ρομαντισμός και περισσότερη ευημερία, ιδίως για τόπους που τη στερήθηκαν επί αιώνες. Σχεδόν σε κάθε κορυφή κάθε λοφίσκου, τα ερείπια ενός κάστρου σε κάνουν να ονειρεύεσαι, επειδή «η ομορφιά έχει το χάρισμα να υποτάσσει τις ψυχές και να επιβάλλει τη θέλησή της»… Μια ομορφιά αγέρωχη, ποιητική και κάπως μελαγχολική, δηλαδή άκρως… δονκιχωτική. Οι κάτοικοι θεωρούν τον περιπλανώμενο ιππότη τόσο υπαρκτό πρόσωπο, όσο και τον δημιουργό του, γεμίζοντας δρόμους και πλατείες με τα ονόματά τους, προς τέρψιν των «προσκυνητών». Και καθόλου δεν τους ενδιαφέρει εάν αυτοί οι «οικείοι τους» που αψηφούσαν το τελικό αποτέλεσμα υπέρ της περιπέτειας, υπήρξαν επιτυχημένοι ή όχι. Αυτό κανείς δεν μπορεί να το πει με σιγουριά, ούτε καν τετρακόσια χρόνια αργότερα.

Close Up, Μάρτιος 2005

Επιστοφή στην κορυφή της σελίδας

Ευμορφία Καραμπατάκη