Η Αλεξάνδρεια που χάνουμε
Υπάρχουν μερικές αγάπες που δεν μας εγκαταλείπουν ποτέ, παρ’ ότι εμείς κατά καιρούς τις εγκαταλείπουμε, για να επιστρέψουμε στην ανακουφιστική τους θαλπωρή όταν χρειαζόμαστε μία σταθερή αναφορά ή όταν τα δεινά του βίου μας ταλαιπωρούν… Κάποιες παρόμοιες αγάπες, μεταξύ άλλων, είναι για μένα η μουσική μπαρόκ και η καβαφική ποίηση. Πρώϊμη εφηβική ανακάλυψη όπως για πολλούς από εμάς, και κατοπινό πάθος, μέχρι του σημείου να δωρίζω σε αγαπημένους φίλους από την αλλοδαπή μεταφράσεις αυτών των εμβληματικών ποιημάτων (όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν, «τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε»)1 , ως ένδειξη ευαρέσκειας.
Έτσι, όταν στην αρχή της νέας χιλιετίας δόθηκε η ευκαιρία μίας επίσκεψης υπό την αιγίδα μορφωτικής αποστολής στην εμβληματική και μυθοποιημένη Αλεξάνδρεια, ο ενθουσιασμός υπήρξε απερίγραπτος. Απερίγραπτος, ωστόσο, υπήρξε και ο αποφενακισμός μπροστά στην πραγματικότητα μιας παρακμιακής, βρώμικης, ρημαγμένης πόλης (ειδικά στο άλλοτε πανέμορφο κοσμοπολίτικο quartier grec), χωρίς ν΄αναφέρουμε την επιβεβλημένη ανελευθερία στον τρόπο ένδυσης και κυκλοφορίας των γυναικών… Η πρόσκρουση με την πραγματικότητα ήταν όντως σφοδρότατη. Παρ’ όλα αυτά, επειδή μερικοί μύθοι, όπως και μερικές αγάπες, έχουν το χάρισμα να επιβιώνουν –συχνά με την μαγική δύναμη της λογοτεχνίας-, λίγο αργότερα μπόρεσα ν’ αγνοήσω αυτό που είχα ζήσει, ώστε ν’ απολαύσω το μυθιστόρημα «Τσάϊ με τον Καβάφη» της Κατερίνας Καριζώνη, όπου επαναμυθοποιούνταν η Αλεξάνδρεια της καβαφικής εποχής, ενώ ο ίδιος ο ποιητής σε ρόλο καμέο, έδινε ένα μάθημα αξιοπρέπειας σ’ έναν κόσμο που καταρρέει γύρω του.
Βέβαια, το αλεξανδρινό προσκύνημα, είχε και κάποια οφέλη λογοτεχνικής κατανόησης, όσον αφορά ένα άλλο σημαντικό έργο: τις «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα. Βλέποντας από κοντά τα τοπία όπου εκτυλίσσονται, κατάλαβα γιατί οι ακακίες της Αλεξάνδρειας, -τόσο διαφορετικές από τις εγχώριες-, χρήζουν τέτοιας λογοτεχνικής προσοχής στην εν λόγω τριλογία, ενώ εκείνη η θάλασσα, η τόσο θελκτική, («Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε∙ νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της Αιγύπτου, αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.») 2 , δικαιολογεί απόλυτα την ακατανίκητη επιθυμία του κεντρικού ήρωα, ώστε, τρέχοντας να κολυμπήσει, τραυματίζεται από την αεροπορική επιδρομή και φέρει πλέον ένα σημάδι που αναγκάζεται να κρύβει με διάφορα καπέλα.
Οι αλεξανδρινές αυτές εμπειρίες επανήλθαν στη μνήμη μου όταν πρόσφατα, σε κάποιο συνέδριο, νεοελληνιστής του εξωτερικού μου εξέφρασε την απογοήτευσή του διότι, περιδιαβαίνοντας την Θεσσαλονίκη, δεν ανιχνεύει πλέον την πόλη του Ιωάννου και των λογοτεχνών της.
Κατ’ αρχήν, το είδος του λογοτεχνικού προσκυνήματος, του είδους «η Πράγα του Κάφκα» (ή «η Θεσσαλονίκη του Ιωάννου») που διοργανώνουν πλέον πολλοί φορείς, από «ψαγμένα» πρακτορεία ταξιδίων μέχρι Λέσχες Ανάγνωσης, πέρα από το συγκινητικό του διαβήματος, ενέχει πάντα μία δόση ιεροσυλίας∙ όχι μόνον επιχειρεί να παραβιάσει κάποια «μυστικά» της δημιουργίας (εάν βρίσκονται εκεί), αλλά και υποχρεώνει σε συλλογική μια εμπειρία που δεν μπορεί παρά να είναι εξατομικευμένη –αυτή της ανάγνωσης και της λογοτεχνικής συγκίνησης.
Αντιθέτως, έχοντας επισκεφτεί έναν γοητευτικό τόπο, μερικές λογοτεχνικές σελίδες εμπνευσμένες από αυτόν, ενδυναμώνουν την ωραία ανάμνηση. Στο νου μου έρχονται οι «Θρύλοι της Αλάμπρα» 3 , έργο του 1829, του αμερικανού διπλωμάτη Γουόσινγκτον Ίρβινγκ, συναρπαστικό ανάγνωσμα σε περίπτωση που έχει μαγευτεί κάποιος από την Γρανάδα –πράγμα διόλου δύσκολο, βεβαίως. Οι κάπως πεζές ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Ίρβινγκ, συνδυάζονται με παλιές διηγήσεις, προλήψεις, δοξασίες που συλλέγει υπομονετικά, ώστε η δύναμή τους να υπερβαίνει την αδέξια γραφίδα ενός ερασιτέχνη, για να καταλήξει σ’ ένα καθόλα αξιανάγνωστο –και μορφολογικά πρωτότυπο- έργο. Λίγο αργότερα, το 1840, ο επαγγελματίας συγγραφέας Θεόφιλος Γκωτιέ, επισκεπτόμενος κι αυτός την Γρανάδα, και αναζητώντας μία στερεότυπη εικόνα της που έχει ήδη φτιάξει εκ των προτέρων στο φαντασιακό του, θρηνεί την προελαύνουσα απώλεια της ιδιαιτερότητάς της.
«Είναι ένα θλιβερό θέαμα για τον ποιητή, τον καλλιτέχνη και τον φιλόσοφο να βλέπει τις μορφές και τα χρώματα να χάνονται από τον κόσμο, τις γραμμές να διαταράσσονται, τις αποχρώσεις να συγχέονται και την πιο αποκαρδιωτική ομοιομορφία να κυριαρχεί υπό το πρόσχημα κι εγώ δεν ξέρω ποιας προόδου. Όταν όλα θα έχουν γίνει όμοια, τα ταξίδια θα καταστούν εντελώς άχρηστα και θα είναι τότε ακριβώς, από μία ευτυχή σύμπτωση, που οι σιδηρόδρομοι θα βρίσκονται σε πλήρη δράση». 4
(Το απόσπασμα αυτό, θα μπορούσε να είχε γραφτεί σήμερα –με τη μόνη διαφορά ότι ο σιδηρόδρομος έχει αντικατασταθεί από το αεροπλάνο, με όλες, -ή σωστότερα, παρ’ όλες- τις διαδικαστικές, λόγω των συνθηκών, δυσκολίες των αρχών του 21ου αιώνα.)
Προσπάθησα να μοιραστώ όλον αυτό τον προβληματισμό με τον νεοελληνιστή, ο οποίος εξακολουθούσε να οικτίρει την μοιραία αλλαγή της Θεσσαλονίκης, καθώς του στερούσε τις παλιές του λογοτεχνικές τέρψεις. Ελάχιστοι ίσως νοσταλγούν τις αντικειμενικές συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκαν τα έργα εκείνα, κι ακόμη λιγότεροι θα τις αντάλλασσαν με τις σημερινές, υπήρξε το έσχατο επιχείρημά μου, -για να καταλάβω από την έκφρασή του ότι εκείνο που κατ’ ουσίαν του έλειπε ήταν η αθωότητα του βλέμματος, του μυαλού και της φαντασίας, όταν δεν είχε ακόμα κορεστεί…
1 Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες, Κ.Π.Καβάφη Άπαντα ΙΙ, Ίκαρος φιλ.επιμέλεια Γ.Π.Σαββίδη, Αθήνα 1983
Θεσσαλονικέων Πόλις, τεύχος 05/28, Ιούνιος 2009