Συμπληρώνοντας τον Αλαίν
(διά της ομοιοπαθητικής)
Όποτε διαβάζω Αλαίν ντε Μποτόν, νιώθω σχεδόν όπως όταν διαβάζω Hola: ότι αφήνομαι οικειοθελώς να εξαπατηθώ, διότι έχω ανάγκη να χαλαρώσω ή διότι δεν βρίσκεται τίποτε αξιολογότερο τριγύρω.
Ο Προυστ, ο Ρολάν Μπαρτ, ο Ρενέ Ζιράρ έχουν πει –αξέχαστα- εδώ και χρόνια όσα ο ντε Μποτόν αναπτύσσει απλουστευμένα (παρότι ενίοτε κάποιες σελίδες του είναι όντως συγκινητικές).
Ωστόσο, άνθρωποι είμαστε, κάποιες στιγμές (ιδίως σε «δύσβατες» εποχές του βίου, ή σε επιεικείς, όπως το καλοκαίρι), θα συμβεί να διαβάσουμε και ντε Μποτόν και Hola. Εγώ τουλάχιτον το έπραξα τις τελευταίες ημέρες των διακοπών, με αποτέλεσμα να βρω εντυπωσιακή συνάφεια ανάμεσα στο «Περί του κοινωνικού Status» και στο παλαιότερο ευρωπαϊκό περιοδικό «κοινωνικής ενημέρωσης».
Στο εν λόγω σύγγραμμα, ο ντε Μποτόν υποστηρίζει ότι ο σύγχρονος άνθρωπος διακατέχεται από ένα βαρύτατο «άγχος γοήτρου», είτε είναι χειρώνακτας, είτε καθηγητής πανεπιστημίου, διότι το τρέχον πρότυπο είναι αυτό των προβεβλημένων μεγιστάνων, ηθοποιών, αθλητών ή άνευ επαγγελματικής ιδιότητος από τα τοπικά ή/και διεθνή ΜΜΕ. Το κακό ξεκινά ήδη με το βικτωριανό «αυλικό δελτίο», για να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά στις μέρες μας. Σε περίπτωση που δεν μπορεί κάποιος να αποστασιοποιηθεί κριτικά ή να αδιαφορήσει, ο ντε Μποτόν προτείνει διάφορες λύσεις: την τέχνη, τη θρησκεία, την ενατένιση του χρόνου που κυλά ή της ασημαντότητας του ανθρώπου μπροστά στο μεγαλείο της φύσης… Υπάρχει, όμως, και μία άλλη μέθοδος, συμπληρωματική των υπολοίπων, την οποία απορώ πώς δεν σκέφτηκε ο Αλαίν: αυτή της ομοιοπαθητικής, ήγουν της ίδιας της ανάγνωσης του Hola και των συναφών εντύπων. Εκτός του ότι αρκούν λίγα τεύχη για να νιώσει κανείς αηδιασμένος –ακόμη και πριν περάσει η «δύσβατη» εποχή του βίου, ή η επιεικής-, θα έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει σε συνέχειες: πώς η Σιένα Μίλερ ευρέθη απατηθείσα υπό του Τζουντ Λο να καυγαδίζει μαζί του δακρυροούσα. Πώς ο απόγονος του μακροβιότερου ευρωπαίου δικτάτορα –τιτλούχος άνευ αντικρίσματος εξ ενός εκ των γάμων της μητρός του-, αφού διέμεινε ως εργένης με τη γιαγιά του, ενυμφεύθη τη θυγατέρα λατινοαμερικάνου μεγιστάνα, μετεκόμισε εις την Βενεζουέλα, όπου ενετάχθη εις τας επιχειρήσεις και… την ομάδα πόλο του πενθερού του (στον αυτόν δρόμο φαίνεται πως οδεύει και ο εφεδρικός διάδοχος ευήλιου πριγκιπάτου). Πώς η απατηθείσα απόγονος ιστορικής οικογενείας ανταποδίδει με το ίδιο νόμισμα μέσω ηθοποιών, επιχειρηματιών, playboys, χωρίς και να έχει υποβάλει αίτηση διαζυγίου (βγαίνει και δύσκολα στους καθολικούς…) Πώς η πέτρα του σκανδάλου, αφού «κρύφτηκε» με πρόσχημα τις σπουδές, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τη δημοσιότητα, ποζάροντας ως μοντέλο.
Έτσι, δεν χρειάζεται παρά ελάχιστος χρόνος για να αιστανθεί κανείς θαυμάσια, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους ανθρώπους του περιγύρου του: για τον γνωστό που προτίμησε να παραμείνει χαμηλόβαθμο στέλεχος, παρά να ενταχτεί στην επιχείρηση του πεθερού του ως διευθυντικό∙ τη φίλη που εξαφανίστηκε έπειτα από ένα οδυνηρό διαζύγιο, κλείνοντας κινητά κι αμετακίνητα, για να «επιστρέψει» όταν μπόρεσε∙ τον φίλο που μετοίκησε ώστε να ζήσει τις ιδιαιτερότητες της προσωπικής του ζωής, χωρίς να «επιβαρύνει» τους οικείους του∙ τη φίλη που ζει σεμνά, ώστε ν’ αποκρύπτει την οικογενειακή ευμάρεια που απολαμβάνει.
Φαίνεται ότι εκτός από το «άγχος γοήτρου», οι αληθινοί άνθρωποι διακατέχονται και από το «άγχος αξιοπρέπειας».
Close Up, Νοέμβριος 2005