Αφιερωμένο εξαιρετικά

Κάποτε, στη Γαλλία του 17ου αιώνα, ο Ρονσάρ, «πρίγκιπας των ποιητών και ποιητής των πριγκίπων», ήδη σε ώριμη ηλικία, έμπλεος δόξας και πλούτου, έλαβε από την Αικατερίνη των Μεδίκων των «εντολή» να συνθέσει μερικά σονέτα για την ακόλουθό της, Ελέν ντε Συρζέρ.
Η κοπέλα είχε χάσει τον αρραβωνιαστικό της στον εμφύλιο που είχε προηγηθεί και είχε πέσει σε κατάθλιψη -οπότε η άνασσα σκέφτηκε πως, ίσως, θα την ευθυμούσαν λίγα ποιήματα για την ομορφιά και τις αρετές της. Ο Ρονσάρ, επίσημος ποιητής της Αυλής, αποδέχτηκε ευσυνείδητα την ανάθεση, πιάστηκε, όμως, στο ίδιο του το παιχνίδι κι ερωτεύτηκε την επιβελημένη Μούσα, αντί να της γράψει μερικά συμβατικά εγκώμια –συνηθισμένα την εποχή εκείνη. Φυσικά η Ελέν δεν ενέδωσε, με αποτέλεσμα, ύστερα από τόσα σονέτα εξύμνησης της ίδιας και διεκτραγώδισης του έρωτά του, να της απευθύνει το γνωστό –και κατάπτυστο- «όταν θα είστε πλέον πολύ γερασμένη, το βράδυ, στο φως του κεριού…».

Σ’ αυτό το ποίημα, που κακώς καταχωρίζεται ως ερωτικό αντί για σεξιστικό, ο χολωμένος Ρονσάρ ξεσπάει διότι η νεαρή, όμορφη και τεθλιμμένη από τον χαμό του αγαπημένου της Ελέν, δεν ανταποκρίνεται στο όψιμο πάθος ενός επηρμένου μεσήλικα! Της λέει λοιπόν:
«Όταν θα είστε πολύ γερασμένη (ο πληθυντικός πάντα, κατά τον απαράβατο γαλατικό κώδικα), το βράδυ στο φως του κεριού, καθισμένη δίπλα στη φωτιά, περνώντας το μαλλί και γνέθοντας, θα λέτε τραγουδώντας μαγεμένη τους στίχους μου: ο Ρονσάρ με εξυμνούσε τον καιρό που ήμουν όμορφη! Τότε, δεν θα’χετε υπηρέτρια που, μισοκοιμισμένη από τη δουλειά, δε θα ξυπνήσει μαθαίνοντας τέτοιο νέο, στο άκουσμα του Ρονσάρ να ευλογεί το όνομά σας με αθάνατο εγκώμιο! Εγώ θα είμαι κάτω από τη γη και φάντασμα δίχως οστά, κάτω από σκιερές μυρτιές θ’ αναπαύομαι: εσείς θα είστε στο σπίτι μια κυρτωμένη γριά, μετανιώνοντας για την αγάπη μου και τη βαριά σας περιφρόνηση. Ζήστε, αν με πιστεύετε, μην περιμένετε το αύριο: δρέψτε ήδη από σήμερα τα ρόδα της ζωής!»
(Η μετάφραση αδόκιμη, διότι μόνον ποιητής μπορεί να μεταφράσει ποιητή.)

Δεν ξέρουμε, βέβαια, αν η ωραία αυτή Ελένη του 17ου αιώνα ακολούθησε τη συμβουλή του Ρονσάρ, βγαίνοντας από το πένθος της (διότι, δυστυχώς, παρά την περιέργεια που μας κινούν, λίγα μαθαίνουμε για το τι απέγιναν οι εμπνευστές/-στριες των ποιημάτων), ελπίζουμε μόνο να μην κατέληξε στο μελαγχολικό και μοναχικό γήρας που της «προεξοφλούνταν».

Θυμήθηκα την παλιά αυτή ιστορία, όταν πρόσφατα αγαπημένη φίλη καλλιτέχνις τηλεφώνησε να με συμβουλευτεί για το αν θα έπρεπε ή όχι να αφιερώσει το έργο που ετοίμαζε στον πρώην αγαπημένο της –που την πλήγωσε βαθιά, αλλά σαν αντιστάθμισμα την έβγαλε από το δημιουργικό της αδιέξοδο. «Το βρίσκω τόσο επισφαλές όσο και το να κάνεις τατουάζ το όνομά του στο μπράτσο σου», της απάντησα κατηγορηματικά. «Ένα έργο εκτός από έμπνευση –τι παρεξηγημένη έννοια!- είναι πάνω απ’ όλα σκληρή δουλειά, κι αυτή δεν πιστώνεται παρά μόνον στον (στην) δημιουργό. Εκτός αν θέλεις βέβαια να λάβεις μία κακόγουστη εκδίκηση τύπου Ρονσάρ –που δεν το νομίζω». «Διότι κατά βάθος είμαι καλός άνθρωπος;» με ρώτησε αναθαρρώντας. «Όχι, διότι κατά βάθος –με εξαίρεση τις επιλογές σου στο άλλο φύλο- είσαι καλόγουστη» της απάντησα.
Υποσχέθηκε να το ξανασκεφτεί –αν και στο τέλος θα κάνει του κεφαλιού της.

Close Up, Ιανουάριος 2006

Επιστοφή στην κορυφή της σελίδας

Ευμορφία Καραμπατάκη