Δώδεκα διηγήματα με αφετηρία τη μουσική
Του Άκη Καλογνωμή
Μεταξύ λογοτεχνίας και μουσικής η ροή της έμπνευσης κινείται συνήθως με αφετηρία της πρώτη και σημείο κατάληξης τη δεύτερη. Οι λογοτεχνικοί μύθοι έδωσαν κατά καιρούς την πρώτη ύλη για τη σύνθεση μουσικών έργων κάθε είδους και συχνά οι ήρωες των συγγραφέων ενέπνευσαν τους συνθέτες. Ενδέχεται, ωστόσο, τα πράγματα να γίνουν και διαφορετικά.
Στην «Άρια ντα κάπο» της Ε. Καραμπατάκη η ανωτέρω παράδοση αντιστρέφεται: η φόρμα που αποτέλεσε την κορυφαία έκφραση της όπερας μπαρόκ δανείζει το όνομά της στο σώμα των δώδεκα διηγημάτων που συγκεντρώνονται υπό τον τίτλο αυτό και τους επιβάλλει την τριμερή δομή της. Επιπλέον, η μουσική και οι μουσικοί αποτελούν τον πυρήνα της θεματολογίας και την ενοποιό ουσία που εξουδετερώνει την απόσταση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν ή στους διάσημους μουσικούς και τους φερέλπιδες μαθητευόμενους.
Τέσσερις ιστορίες
Έτσι, έχουμε τρία μέρη που περιλαμβάνουν το καθένα τέσσερις ιστορίες: το πρώτο περιγράφει πρόσωπα και καταστάσεις μιας πολυεθνικής συντροφιάς φοιτητών σε κάποιο ωδείο της Ευρώπης. Εκεί συχνάζουν άνθρωποι που όσο τους ενώνει η κοινή αγάπη για τη μουσική, άλλο τόσο διαφέρουν σε ό,τι αφορά τις άλλες πτυχές της ζωής τους. Μιλώντας μας γι’ αυτούς και για τη σχέση της μαζί τους η αφηγήτρια προσωπογραφεί και αυτοπροσωπογραφείται. Οι εντάσεις μιας καρριέρας που ακόμη αναζητεί τον δρόμο της και οι νεανικές ερωτικές εξάρσεις απαιτούν υψηλούς γενικά τόνους που παραχωρούν όμως τη θέση τους στους πιο ανάλαφρους της δεύτερης τετράδας ιστοριών.
Εδώ παρεισφρέουν αφηγήσεις που αναφέρονται σε προσωπικότητες που σφράγισαν τη μουσική και τη λογοτεχνία του 17ου και 18ου αιώνα, ή της δεκαετίας του 60, ενώ στο τρίτο και τελευταίο μέρος τα εντονότερα πάθη επανακάμπτουν, αδιάφορο αν οι φορείς τους είναι τα μεγαλύτερα ονόματα του μπαρόκ ή οι σύγχρονοι μουσικόφιλοι που παθιάζονται με τις ζωές των αλλοτινών διασημοτήτων. Όπως, για παράδειγμα, όταν γινόμαστε μάρτυρες ενός καυγά με επίμαχο θέμα τη σχέση ενός λιμπρεττίστα και μιας τραγουδίστριας της όπερας που γεννήθηκαν και οι δύο στη Βενετία και ήταν σύγχρονοι του Μότσαρτ.
Αισθήματα πάθους
Έχοντας κατά νου την παραπάνω δομή βλέπουμε ότι οι άσημοι (μέχρι στιγμής) που κυριάρχησαν στην πρώτη ενότητα, παραχωρούν στη δεύτερη ενότητα τη θέση τους στους διάσημους (άλλοτε) για να βρεθούν όλοι μαζί στην τρίτη να συνέχονται από τα ίδια αισθήματα πάθους, με κυρίαρχο εκείνο της μουσικής.
Σε μερικές ιστορίες η «φωνή» της αφηγήτριας-κεντρικής ηρωίδας κυριαρχεί χάρη στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση, που ενισχύεται ενίοτε από την κυριολεκτική της σχεδόν εκδοχή στη διάρκεια της μιας ή της άλλης πρόβας, για να εκφράσει στιγμές έντασης και αγωνίας. Σε άλλες πάλι, αποσύρεται διακριτικά στα παρασκήνια (ή μήπως στο υποβολείο;) για να αφήσει χωρο για τα άλλα πρόσωπα, σύγχρονα και μη, συχνά μέσα σε μια ατμόσφαιρα χαρούμενης γνώσης χάρη στα πολλά επεξηγηματικά στοιχεία που έντεχνα εντάσσονται στην αφήγηση ή επιγραμματικά αναφέρονται στις υποσημειώσεις. Δεν είναι λίγες οι φορές που η φωνή αυτή, αυτοπρόσωπα ή διαμεσολαβημένα, δονείται πυροδοτούμενη άλλοτε από ίδια και άλλοτε από δάνεια συναισθήματα επεξεργασμένα όμως σχεδόν πάντα από ένα λανθάνον φλέγμα.
Αφορμή γραφής
Τελικά, αυτό που επιτυγχάνεται είναι μία ώσμωση εντοπιζόμενη σε δύο επίπεδα: αφενός, η μουσική, με όλη τη συναισθηματική φόρτιση που τη συνοδεύει, εισχωρεί στην αφηγηματική καθημερινότητα της μαθητευόμενης υψιφώνου, κυριαρχεί σε αυτήν και ενίοτε την εκτοπίζει τελείως ή –και αυτό είναι ζήτημα ερμηνείας- συγχωνεύεται απολύτως μαζί της. Αφετέρου, καθώς η αφήγηση ανασυντάσσει τις δυνάμεις της, η μουσική εγκυστώνεται από τον λόγο και η ζωή των μουσικών γίνεται αφορμή για τη γραφή που μετασχηματίζει τις καταχωρίσεις των μουσικών λεξικών σε κειμενική πραγματικότητα που συγκινεί. Ο Χαίντελ, ο Μότσαρτ, οι προσωρινά διάσημες πριμαντόνες της εποχής εκείνης, τα μουσικοφιλολογικά σαλόνια της Γαλλίας του 17ου και 18ου αιώνα μαζί με αίθουσες συγχρόνων κονσερβατουάρ και φοιτητικές σοφίτες ενορχηστρώνονται με τον τρόπο αυτό σε μια λογοτεχνική σύνθεση που πάλλεται στους ρυθμούς της μουσικής: «Και ο καυγάς συνεχιζόταν για τον Ντα Πόντε και την Φερραρέζε, γι’ ανθρώπους δηλαδή που δεν είχαν δει ποτέ, επειδή πέθαναν πριν από διακόσια τόσα χρόνια, και ωστόσο, εξακολουθούσαν να καθορίζουν την καθημερινότητα των δυο τους».
Καθημερινή, 5/8/2003